Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ για την παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, την καταγράφει στα επίπεδα του 2000. Ένα στοιχείο ιδιαίτερα ανησυχητικό αν λάβει κανείς ποιες κατακλυσμιαίες αλλαγές έχουν συντελεστεί στα τελευταία 25 χρόνια και σε ποια επίπεδα κινείται πλέον ανταγωνισμός. Οφείλουμε βέβαια να ομολογήσουμε πως η χρεοκοπία μας οδήγησε πολύ πίσω και σε αυτόν τον τομέα, καθώς πριν την κρίση υπήρχε μια σταδιακή σύγκλιση με τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών χωρών. Εντεύθεν όμως, μετά την παρέλευση της επώδυνης δεκαετούς κρίσης, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται με σημαντικούς ρυθμούς και πάνω από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Αυτό όμως δεν οφείλεται στη βελτίωση της παραγωγικότητας όπως επισημαίνει ο ΙΟΒΕ, αλλά στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στην αύξηση της απασχόλησης. Η ανεργία έχει πέσει σχεδόν σε ιστορικά χαμηλά και οι νέοι εργαζόμενοι στηρίζουν ουσιαστικά την ανάπτυξη και όχι γιατί η οικονομία παράγει περισσότερα ανά εργαζόμενο.

Στη φάση που βρισκόμαστε σήμερα, όπου το μέγα ζητούμενο σχεδόν για όλες τις επιχειρήσεις είναι η εξεύρεση προσωπικού τόσο ειδικευμένου όσο και ανειδίκευτου, προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα κατά πόσο μπορεί να συνεχίζεται η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας χωρίς ουσιαστική βελτίωση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο. Γιατί αυτό είναι το κλειδί της επόμενης μέρας σ’ αυτό το σκληρό ανταγωνιστικό περιβάλλον, που καλούμαστε να κινηθούμε.

Και η βελτίωση της παραγωγικότητας απαιτεί συγκεκριμένες δράσεις από τις επιχειρήσεις, αλλά και από το κράτος που πρέπει να βελτιώσει τις παρεχόμενες υπηρεσίες προς αυτές. Οι επενδύσεις στις νέες τεχνολογίες της ψηφιακής εποχής που ζούμε, η ένταξη της Τεχνητής Νοημοσύνης σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής τόσο προϊόντων όσο και υπηρεσιών αποτελεί πλέον μια αδήριτη αναγκαιότητα. Έχουμε μπροστά μας μακρύ και επίπονο δρόμο μέχρι να προσεγγίσουμε τους μέσους όρους της Ευρώπης, αλλά πρέπει να γίνει αντιληπτό πως όποιος δεν ακολουθήσει τις τάσεις της εποχής και δεν εκσυγχρονιστεί, κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο και γι’ αυτό, δεν θα φταίνε οι εργαζόμενοι αλλά οι επιλογές και η μη προσαρμοστικότητα των επιχειρηματιών.

Κομβικό σημείο και προτεραιότητα τόσο των επιχειρήσεων, μικρών, μεσαίων και μεγάλων, όσο και του κράτους είναι να αυξήσουν τις προσπάθειες να πείσουν τους περισσότερους από τους πάνω από 400 χιλιάδες νέους υψηλών προσόντων, που έφυγαν την περίοδο της κρίσης και συνεχίζουν να δουλεύουν ακόμα στο εξωτερικό. Να πεισθούν από τις επιχειρήσεις πως η Ελλάδα πλέον δεν είναι ίδια με αυτήν που άφησαν πίσω. Προσφέρει ασφάλεια εργασίας, ικανοποιητικούς μισθούς σε συνάρτηση με το κόστος ζωής και προοπτικές ανέλιξης τόσο επαγγελματικά όσο και μισθολογικά.

Από το υπουργείο Απασχόλησης γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια – πέραν των φορολογικών κινήτρων που έχουν ανακοινωθεί- προς την κατεύθυνση αυτή και με τη συνδρομή πολλών μεγάλων επιχειρήσεων με διαδοχικά events ενημέρωσης και προσωπικών συνεντεύξεων με όσους ενδιαφέρονται για παλινόστηση. Ελπίζουμε οι προσπάθειες αυτές να μην ανακοπούν γιατί αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, είναι πολύτιμο και ζωογόνο τόσο για τις εν Ελλάδι επιχειρήσεις όσο και για την ίδια οικονομία. Οι εμπειρίες τους δε, που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό σε συνδυασμό με τις εκσυγχρονιστικές επενδύσεις στον τομέα των νέων τεχνολογιών, μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Όπως επίσης η συνεχής επιμόρφωση στο ήδη υπάρχον δυναμικό των επιχειρήσεων στα νέα τεχνολογικά εργαλεία που είναι άλλη μια σημαντική επένδυση, ώστε ο εργαζόμενος να ενισχύσει την παραγωγικότητα του.

Όλα αυτά βέβαια, προϋποθέτουν και ένα σταθερό πολιτικό περιβάλλον ή για να το θέσω πιο ρεαλιστικά, να ομονοήσουν τα κόμματα και κυρίως αυτά που διεκδικούν την εξουσία μόνα τους ή με συμπράξεις και άλλων, πως η βελτίωση της παραγωγικότητας είναι μια εθνική ανάγκη και δεν θα εγκαταλειφθούν στην τύχη τους οι προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι τώρα. Σε διαφορετική περίπτωση πολύ φοβούμαι πως πολύ σύντομα θα δούμε ξανά το τραίνο της ανάπτυξης να κόβει ταχύτητα και στο τέλος να σταματά. Κι όταν σε μια τέτοια απευκταία περίπτωση συμβεί, τότε θα είναι αργά και θα πληρώσουμε όλοι για άλλη μια φορά, το τίμημα της οικονομικής συρρίκνωσης.