Στόχος μια τρίτη κυβερνητική θητεία, που μοιάζει εφικτός, και η επιβεβαίωση της πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ωστόσο, πίσω από τα χειροκροτήματα, τα συνθήματα ενότητας και την εικόνα πολιτικής υπεροχής του πρωθυπουργού, αναδείχθηκε ξανά, με αφορμή την απουσία του Κώστα Καραμανλή, ότι στο εσωτερικό της ελληνικής Κεντροδεξιάς, κάτω από την ίδια κομματική στέγη, συνεχίζουν να συνυπάρχουν δύο διαφορετικές σχολές εξουσίας, ο καραμανλισμός και ο μητσοτακισμός, οι καραμανλικοί και οι μητσοτακικοί.
Ο καραμανλισμός σήμερα δεν είναι ούτε ο πρώην πρωθυπουργός, ούτε οι πολιτικοί φίλοι της οικογένειας Καραμανλή, αυτό είναι μια υπεραπλούστευση που ορισμένοι καλλιεργούν σκόπιμα. Είναι ένα υβρίδιο ιστορικής κληρονομιάς, πολιτικής αισθητικής, εσωκομματικής επιρροής και ιδεολογικών δικτύων, που εξακολουθεί να έχει ειδικό βάρος στη Νέα Δημοκρατία και ευρύτερα στην ελληνική Κεντροδεξιά. Ο ιδρυτής της Κωνσταντίνος Καραμανλής με τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» εξέφρασε έναν συντηρητικό αλλά όχι ακραίο κρατισμό, θεσμική σοβαρότητα, έμφαση στη σταθερότητα και μία αντίληψη εθνικής στρατηγικής που συχνά τοποθετούσε το κράτος πάνω από το κόμμα.
Ο μητσοτακισμός είναι προϊόν μιας εποχής ταχύτητας, αποτελεσματικής διαχείρισης της εξουσίας και πολιτικού ελέγχου. Στηρίζεται στην τεχνοκρατική διοίκηση, στην επικοινωνιακή κυριαρχία και την ανάγκη απόλυτου ελέγχου της ατζέντας. Ουσιαστικά πρόκειται για τη μετάβαση από το «κόμμα-παράταξη» στο «σύστημα διακυβέρνησης». Στην πράξη ο μητσοτακισμός έχει δημιουργήσει ισχυρή πολιτική ταυτότητα όχι μέσω θεωρίας, αλλά μέσω μεθόδου. Ο ρόλος των λεγόμενων «κυριακίστας» εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Δεν αποτελούν ιδεολογική τάση με την παραδοσιακή έννοια, αλλά τον πυρήνα ενός μοντέλου εξουσίας που απαιτεί απόλυτη πειθαρχία, ταχύτητα, επικοινωνιακό έλεγχο και πολιτική διεύρυνση σε κοινά που έως τώρα δεν είχε η Ν.Δ.
Στην πραγματικότητα οι δύο αυτές «σχολές» εκφράζουν διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά στοιχεία της σύγχρονης Κεντροδεξιάς. Ο μητσοτακισμός έδωσε εκλογική κυριαρχία, κυβερνητική αποτελεσματικότητα και σύγχρονη εικόνα εξουσίας, κεντρώα χαρακτηριστικά και ηγεμόνευση στον χώρο που κάποτε έλεγχε το ΠΑΣΟΚ. Ο καραμανλισμός ιστορική νομιμοποίηση, εσωκομματική συνοχή, θεσμικό βάθος και συναισθηματική σύνδεση με την παραδοσιακή βάση. Η μία βλέπει την παράταξη ως ιστορικό οργανισμό με εσωτερικές ισορροπίες, πολιτική μνήμη και θεσμικές αναφορές. Η άλλη κυρίως έναν σύγχρονο μηχανισμό πολιτικής αποτελεσματικότητας, όπου η ηγεσία οφείλει να ελέγχει απόλυτα το κέντρο αποφάσεων ώστε να επιτυγχάνει γρήγορα αποτελέσματα και εκλογική αντοχή.
Οσο η Νέα Δημοκρατία παραμένει κυρίαρχη, αυτή η αντίθεση ελέγχεται. Οι περισσότεροι βουλευτές, στελέχη και πολιτικά κέντρα δεν έχουν λόγο να επιλέξουν ανοιχτά στρατόπεδα. Γι’ αυτό και η σύγκρουση εκδηλώνεται κυρίως μέσα από υπαινιγμούς, αποστάσεις, σιωπές και σημειολογικές παρεμβάσεις, κυρίως από όσους έχουν στόχο να υπονομεύσουν τη σημερινή κυβέρνηση. Υπάρχουν στελέχη, τα λεγόμενα «εξαπτέρυγα», και μηχανισμοί που επενδύουν πολιτικά στη διατήρηση αυτής της εσωτερικής έντασης, είτε για να αυξήσουν την επιρροή τους, είτε για να τοποθετηθούν εγκαίρως στην επόμενη ημέρα της παράταξης. Ούτε ξεχνάμε τη φράση «οι πρώην πρωθυπουργοί έχουν το δικαίωμα να λένε ό,τι θέλουν» που ειπώθηκε επί πρωθυπουργίας Κώστα Καραμανλή για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, αλλά μπορεί να ισχύει και σήμερα από την ανάποδη.
Νομίζω ότι η πραγματική δοκιμασία δεν αφορά το σήμερα γιατί λειτουργεί ακόμη η συγκολλητική δύναμη της προσωπικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και η προοπτική της τρίτης θητείας. Ο επόμενος αρχηγός όμως (που όπως όλα δείχνουν δεν θα έχει ούτε το όνομα Μητσοτάκης ούτε το όνομα Καραμανλής) θα βρεθεί μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Δεν θα μπορεί να κυβερνήσει μόνο με τον καραμανλισμό, αλλά ούτε μόνο με τον μητσοτακισμό. Ενας «καθαρός» μητσοτακισμός χωρίς τον ίδιο τον Μητσοτάκη κινδυνεύει να μοιάζει υπερβολικά τεχνοκρατικός, πολιτικά άρριζος και εσωκομματικά ασφυκτικός. Μια πλήρης επιστροφή στον καραμανλισμό κινδυνεύει να δώσει εικόνα πολιτικής νοσταλγίας χωρίς την κυβερνητική ταχύτητα και αποτελεσματικότητα που απαιτεί η σημερινή εποχή. Ο διάδοχος θα χρειαστεί επομένως κάτι πολύ πιο σύνθετο, να αποπροσωποποιήσει τον μητσοτακισμό χωρίς να χάσει την αποτελεσματικότητά του και ταυτόχρονα να εκσυγχρονίσει τον καραμανλισμό χωρίς να χαθεί η θεσμική και ιστορική του βαρύτητα.
Αν δεν το πετύχει, ο κίνδυνος θα είναι μεγάλος. Ολοι έχουμε δει τι συμβαίνει όταν μεγάλα κόμματα εξουσίας αδυνατούν να μετατρέψουν την προσωπική κυριαρχία ενός ηγέτη σε σταθερή πολιτική συνέχεια. Το ΠΑΣΟΚ μετά τον Γιώργο Παπανδρέου και ο ΣΥΡΙΖΑ μετά τον Αλέξη Τσίπρα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα παρατάξεων που διαλύθηκαν επειδή δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν τη μετάβαση από την προσωπική ηγεμονία στην επόμενη ημέρα. Αν η παράταξη δεν καταφέρει να διατηρήσει τις δύο ανταγωνιστικές πολιτικές σχολές σε μια λειτουργική σύνθεση, θα εγκλωβιστεί σε έναν εσωτερικό πόλεμο φθοράς που αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει στη διάλυση.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.