Ο βασικός λόγος που πέρασε χωρίς πολλά-πολλά, να το διατυπώσουμε έτσι, είναι παντού και πάντα ο ίδιος, όπως είναι γνωστό, μόνο τα «άσχημα νέα ταξιδεύουν γρήγορα» που λένε οι Αγγλοσάξονες, και διαρκούν και περισσότερο θα προσθέταμε εμείς.

Στην περίπτωσή μας, βέβαια, για τη χώρα ισχύει ακριβώς το αντίθετο και μακάρι κάθε φορά που μιλάμε για την Τουρκία ή συναντιέται ο Ελληνας πρωθυπουργός με τον Τούρκο πρόεδρο να… περνάει, αν γίνεται, στα ψιλά.

Ωστόσο, από τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν της προηγούμενης Τετάρτης μπορούμε να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα, από το 2020 και μετά τα δύο σοβαρά περιστατικά, κυρίως τον υβριδικό πόλεμο στον Εβρο που «μας πέταγαν» μετανάστες από τα σύνορα εντός εδάφους μας, αλλά και με την επακούμβηση στο Αιγαίο της φρεγάτας «Λήμνος» (η τουρκική φρεγάτα έφυγε με μια τρύπα), έχουμε μπει σε μια μακρά περίοδο ηρεμίας.

Τα «ήρεμα νερά» με τους Τούρκους συνοδεύτηκαν και με την παύση των υπερπτήσεων στο Αιγαίο, γεγονός πολύ σημαντικό κατά τους στρατιωτικούς. Οι υπερπτήσεις είναι πάντοτε επικίνδυνες και φυσικά πολύ κοστοβόρες οι αναχαιτίσεις τους κάθε λίγο, όπως γινόταν εδώ και δεκαετίες στο Αιγαίο.

Το γιατί σταμάτησαν οι Τούρκοι τη φασαρία και τους σχεδόν καθημερινούς τσαμπουκάδες πάνω από τα νησιά είναι ένα καλό ερώτημα με αρκετές ερμηνείες. Κάποιος θα πει ότι ο Ερντογάν έχει άλλες προτεραιότητες και διανύοντας πιθανώς την τελευταία θητεία του φροντίζει όσα εκείνος θεωρεί μεγάλα, που θα ενδυναμώσουν την περιφερειακή ισχύ της χώρας του, όπως επίσης και την επίλυση του Κουρδικού. Αλλος θα πει ναι, αλλά και η Ελλάδα δεν είναι η ίδια με το 2019, έχει σαφώς ισχυρότερο εξοπλισμό, αεροπλάνα, φρεγάτες και άλλα όπλα, πολύ καλύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό status από πριν και μια ξεκάθαρα καλή σχέση με τους Αμερικανούς και κυρίως με το Ισραήλ. Ο,τι σειρά θέλετε βάλτε σε όλα αυτά.

Στη συνάντηση της προηγούμενης εβδομάδας ο Ερντογάν δεν έφυγε από το μόνιμο πλαίσιο διεκδικήσεων της Τουρκίας, αλλά όλοι τον είδαν πιο ήπιο και συναινετικό σε όλα του, πιο φιλικό στις εκφράσεις και τις διατυπώσεις του. Στο στυλ του ήταν και ο Μητσοτάκης, κι αυτός χωρίς φραστικές εξάρσεις, αλλά η διαφορά με το παρελθόν είναι ότι ο Ελληνας πρωθυπουργός έθεσε ξανά το θέμα της άρσης του casus belli, κάτι το οποίο δεν θυμάμαι να είχαν κάνει οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί.

Ολη, λοιπόν, αυτή η εικόνα των σχέσεων με την Τουρκία την τελευταία πενταετία, τα «ήρεμα νερά» χωρίς καμία αλλαγή συνόρων, η παύση των υπερπτήσεων και οι συνήθεις διάλογοι μεταξύ των δύο πλευρών (ακόμα και οι Ουκρανοί με τους Ρώσους μιλάνε) για τα χρονίζοντα θέματα και τις διαφορές δεν συνιστούν καμία εθνική υποχώρηση, όπως ακούμε συνέχεια από την αντιπολίτευση και κυρίως από τους πρώην αρχηγούς (και πρωθυπουργούς) της Ν.Δ. Ολη αυτή η φιλολογία μιας περιφερόμενης ανά την Ελλάδα παρέας πρώην αξιωματούχων της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Καραμανλή, που συνεχώς διαπιστώνουν εθνικές ολιγωρίες και κινδύνους εξ Ανατολών να πλησιάζουν με υπαιτιότητα την εξωτερική πολιτική της χώρας, δεν νομίζω ότι έχουν την παραμικρή βάση. Εκνευρισμένοι με τον Μητσοτάκη για εσωτερικά θέματα είναι και φαίνονται και νομίζω ότι πλέον είναι απλά γραφικοί.

Επίσης η θέση της Ελλάδας και το βέτο της για το SAFE ήταν σαφής και ξεκάθαρη και δεν άφησε περιθώριο ελιγμών στην τουρκική πλευρά όσον αφορά τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά αμυντικά κονδύλια.

Φυσικά το κλίμα των «ήρεμων νερών» ή της «μη έντασης», όπως το αποκαλούν σήμερα οι διπλωμάτες, ισχύουν έως αποδείξεως του εναντίου και δυστυχώς με την Τουρκία η Ιστορία έχει δείξει πολλά γυρίσματα. Οσο διαρκεί πάντως το καλό κλίμα και η «μη ένταση» κερδίζουμε πολλά τα οποία δεν ήταν πάντα αυτονόητα, όπως μία ακόμη καλή τουριστική χρονιά για την οικονομία, αλλά και χρόνο για να ολοκληρώσουμε την αμυντική θωράκιση της χώρας. Αυτά δεν είναι λίγα.