Σε κάθε περίπτωση, το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την πρώτη επίσημη καταμέτρηση για το κόμμα Καρυστιανού, είναι ότι εκείνοι που δηλώνουν ψηφοφόροι του προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα λεγόμενα «αντισυστημικά» κόμματα, με την Πλεύση Ελευθερίας και την Ελληνική Λύση να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ισχύει ότι οι εκλογές είναι μακριά ακόμα, οπότε όλα μπορεί να αλλάξουν.

Αυτό που δεν φαίνεται να αλλάζει θεαματικά (μετά από τις ευρωεκλογές και την απώλεια των 13 ποσοστιαίων μονάδων) είναι η συμπεριφορά των ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας: όταν τα πράγματα δυσκολεύουν για το κυβερνών κόμμα, ένα ποσοστό τους μετατοπίζεται – κυρίως στον χώρο των αναποφάσιστων – και στην πορεία «επαναπατρίζονται» στη ΝΔ. Αυτή την περίοδο, για λόγους ευνόητους – η «πολεμική» ακρίβεια, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ακόμα και το (μη) πτυχίο του Μακάριου Λαζαρίδη – το κυβερνών κόμμα έχει απώλειες, αλλά λίγο τα μέτρα στήριξης, λίγο η ελπίδα ότι τα όσα συμβαίνουν στον Περσικό έχουν ημερομηνία λήξεως, δεν είναι καθόλου απίθανο να καλύψει για άλλη μία φορά τα δημοσκοπικά ελλείμματα. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά από τους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας καταγράφηκε αρκετές φορές στα 7 χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από τη «γαλάζια» παράταξη και ο λόγος, σύμφωνα με κάποιους ειδικούς αναλυτές, είναι απλός: το ΠΑΣΟΚ δεν διεκδίκησε ούτε μία στιγμή μεθοδικά τους ψηφοφόρους του Κέντρου που το επέλεγαν προηγούμενες περιόδους και στη συνέχεια συσπειρώθηκαν υπό την ηγεσία Μητσοτάκη «για να φύγει ο Τσίπρας».

Η Χαριλάου Τρικούπη έκαψε τα καράβια της κατ’ αυτούς στο τελευταίο συνέδριο με την απόφαση ότι, με ένα κόμμα αποκλείεται να συνεργαστεί και αυτό το κόμμα είναι η Νέα Δημοκρατία, διότι η απάντηση αυτή προσδιορίζει και το ερώτημα. Αν όχι με αυτούς, τότε με ποιους; Και εκεί οι ψηφοφόροι του Κέντρου «ανατριχιάζουν», όταν στο τραπέζι πέφτουν ονόματα όπως της Ζωής Κωνσταντοπούλου, του Γιάνη Βαρουφάκη, αλλά και προτάσεις όπως το κλείσιμο των τραπεζών με δική μας πρωτοβουλία…

Η Κεντροαριστερά – με την έννοια που είχε τότε – συσπειρώθηκε με όχημα την Ένωση Κέντρου για πρώτη φορά ενόψει των εκλογών του 1961. Σε εκείνες τις εκλογές που «ψήφισαν και τα δένδρα», σύμφωνα με τις καταγγελίες, το (παρα)κρατικό σχέδιο είχε στηθεί για την αντιμετώπιση της ΕΔΑ, που ήταν δεύτερο κόμμα στις εκλογές του 1958, πίσω από την ΕΡΕ του Καραμανλή. Η βία και η νοθεία εκείνων των εκλογών έφτιαξαν την ατζέντα για τον Γεώργιο Παπανδρέου, που κατάφερε στη συνέχεια να νικήσει δύο φορές στις εκλογές, καλύπτοντας ως το 1965 τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των στελεχών του. Και μετά ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου που κατάφερε να φέρει στο ΠΑΣΟΚ (σχεδόν) έναν στους δύο ψηφοφόρους το 1981. Άλλη εποχή, άλλα τα ζητούμενα.

Το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν έχει φυσικά σχέση με εκείνο του 1961. Δεν υπάρχει βία και νοθεία, ούτε και πραγματική προσπάθεια ένωσης της Κεντροαριστεράς. Δεν υπάρχει άλλωστε συγκολλητική ουσία. Το μόνο κοινό στοιχείο είναι ο πολυκερματισμός των δυνάμεων, τόσο στα δεξιά της ΝΔ, όσο και στα αριστερά της – και η επίσημη άφιξη των κομμάτων Καρυστιανού και Τσίπρα απλώς θα τον κάνει πολύ πιθανό, ακόμα μεγαλύτερο. Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό, το μόνο που μπορούν να κάνουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι να δώσουν τη μάχη για την δεύτερη θέση. Εκεί, το ΠΑΣΟΚ δείχνει να έχει τον πρώτο λόγο, αλλά με ποσοστά που είναι λίγο πάνω από εκείνα του… 1974. Διαχρονικά, οι ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις υπέρ της συνένωσης των δυνάμεών της, αλλά οι πάντες γνωρίζουν ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Και δεν είναι μόνο το θέμα της ηγεσίας – για ποιο λόγο ο Τσίπρας να υποχωρήσει υπέρ του Ανδρουλάκη ή το αντίστροφο; Είναι και οι μεγάλες πολιτικές διαφορές για το παρελθόν και το μέλλον. Έτσι δεν είναι;