search icon

Γνώμες

Νομικά άκυρο, αλλά εθνικά επικίνδυνο

Η παγίδα και ο διπλός κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Αθήνα - Η δυσάρεστη έκπληξη από τις ΗΠΑ και η οδυνηρή υπενθύμιση ότι οι προσωπικές σχέσεις και οι πρόσκαιρες συμπτώσεις συμφερόντων δεν αποτελούν εγγύηση στρατηγικής συνέχειας

Στην εξωτερική πολιτική χειρότερο από μια δυσάρεστη εξέλιξη είναι να προσπαθείς να πείσεις ότι «δεν πάθαμε και τίποτα» όταν ο αντίπαλός σου έχει ήδη αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού.

Αυτή την παγίδα αντιμετωπίζει η Αθήνα με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μπορεί να είναι νομικά άκυρο και να μην παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος της χώρας μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι στερείται εθνικών συνεπειών και πολιτικών προβλημάτων για την κυβέρνηση.

Η επικύρωση της 20ής Οκτωβρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από την πλευρά της ανατολικής Λιβύης που μέχρι πρότινος αμφισβητούσε τη συμφωνία. Η Αγκυρα μπορεί πλέον να επικαλείται μια ευρύτερη λιβυκή πολιτική αποδοχή παρά τον συνεχιζόμενο θεσμικό διχασμό της χώρας. Πρόκειται για μεταβολή που δεν νομιμοποιεί το μνημόνιο, αλλά ενισχύει την πολιτική του χρησιμότητα για τον Ερντογάν, ο οποίος ούτως ή άλλως ουδέποτε ενδιαφέρθηκε για τη νομιμότητα.

Η Αθήνα επένδυσε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στις σχέσεις με την οικογένεια Χαφτάρ, θεωρώντας ότι η ανατολική Λιβύη μπορούσε να αποτελέσει ανάχωμα στην τουρκική επιρροή. Η προσπάθεια είχε λογική γιατί η ανατολική πλευρά αντιτασσόταν στο μνημόνιο και διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με την Αίγυπτο. Η επικύρωση ωστόσο ανέδειξε τα όρια αυτής της «επένδυσης». Η οικογένεια Χαφτάρ δεν λειτούργησε ως σταθερό αντίβαρο στην Αγκυρα. Αντιθέτως, η ανατολική Λιβύη προσάρμοσε τις σχέσεις της με την Τουρκία, δεχόμενη προφανώς κάποια αντίδωρα. Δεν πρόκειται αναγκαστικά για αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας, αλλά αποτελεί μια σοβαρή υπενθύμιση ότι οι προσωπικές σχέσεις και οι πρόσκαιρες συμπτώσεις συμφερόντων δεν αποτελούν εγγύηση στρατηγικής συνέχειας.

Η αντίδραση των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήταν σαφής, θεσμικά σημαντική, αλλά απολύτως αναμενόμενη. Η Ενωση επανέλαβε την πάγια θέση της από το 2019. Δεν άλλαξε πολιτική, ούτε πρόσθεσε κάποιο νέο πρακτικό μέτρο αποτροπής. Η ευρωπαϊκή στήριξη είναι πολύτιμη, αλλά δεν μπορεί να παρουσιάζεται κάθε επανάληψή της ως καινούρια διπλωματική επιτυχία. Το ζητούμενο θα ήταν η Αθήνα να μετατρέψει αυτή τη στήριξη σε συγκεκριμένη πολιτική επιρροή και αποτελεσματική αποτροπή, αλλά δεν τα κατάφερε.

Η πραγματικά δυσάρεστη έκπληξη όμως ήρθε από τις ΗΠΑ. Τον Δεκέμβριο του 2019, επί της πρώτης προεδρίας Τραμπ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήριζε το τουρκολιβυκό μνημόνιο «μη εποικοδομητικό και προκλητικό», επισημαίνοντας ότι αύξανε την ένταση στην περιοχή. Τον Ιανουάριο του 2020 αναγνώριζε ρητά ότι τα νησιά δικαιούνται, κατά κανόνα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ξεκαθάριζε ότι η συμφωνία δεν μπορούσε να επηρεάσει τα δικαιώματα τρίτων κρατών, όπως η Ελλάδα.

Σήμερα, πάλι επί Τραμπ, η γλώσσα είναι σε άλλο μήκος κύματος. Δεν ξέρω αν φταίει η… αποπομπή της Κίμπερλι, αλλά η Ουάσινγκτον αποφεύγει να χαρακτηρίσει το μνημόνιο, δεν αναφέρεται στη νομιμότητά του και περιορίζεται να προτρέψει Ελλάδα και Τουρκία, ως δύο συμμάχους στο ΝΑΤΟ, να επιλύσουν τις διαφορές τους μέσω διαπραγματεύσεων καλής πίστης! Προσθέτει μάλιστα ότι η διευθέτηση των θαλάσσιων διαφορών θα διευκολύνει τις εμπορικές επενδύσεις και τις ενεργειακές έρευνες. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι η διαφορά δεν είναι απλώς φραστική. Συνιστά επικίνδυνη αλλαγή θέσης.

Τέλος, η συνεργασία με το Κάιρο είναι αναγκαία και διαθέτει πραγματικό διπλωματικό υπόβαθρο. Η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020 παραμένει σημαντικό κεκτημένο και φαίνεται πως θα έχει και συνέχεια. Ωστόσο, η Αίγυπτος δεν είναι χώρα με την οποία τα ελληνικά συμφέροντα ταυτίζονται αυτομάτως και διαρκώς. Διατηρεί δικές της περιφερειακές προτεραιότητες, σχέσεις με την Τουρκία και ιδιαίτερους υπολογισμούς απέναντι στη Λιβύη. Η Αθήνα οφείλει να αξιοποιεί τη συνεργασία χωρίς να συγχέει τη σύμπτωση συμφερόντων με την ανεπιφύλακτη εμπιστοσύνη. Και κυρίως, χωρίς να αναγκάζεται να διαπραγματεύεται υπό την πίεση των πρωτοβουλιών της Αγκυρας.

Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη στρατηγική συνέπεια των τελευταίων εξελίξεων. Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και η Ελλάδα να υποχρεώνεται σε διαρκείς απαντήσεις. Ομως η εξωτερική πολιτική που λειτουργεί συνεχώς υπό πίεση κινδυνεύει να χάσει την ιεράρχηση των στόχων της. Να αποδεχθεί βεβιασμένους συμβιβασμούς ή να μεταφέρει το βάρος από ένα μέτωπο σε άλλο, θεωρώντας ότι έτσι κερδίζει χρόνο. Γιατί εκτός από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, έρχεται τώρα και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ. Η ασάφεια γύρω από το τι ακριβώς σημαίνει η ενδεχόμενη «ενημέρωση» της Τουρκίας για τις έρευνες είναι ουσιώδης. Αλλο η τεχνική γνωστοποίηση για λόγους ασφάλειας και άλλο η δημιουργία εντύπωσης ότι απαιτείται τουρκική συναίνεση. Η διαφορά δεν είναι λεκτική, αγγίζει ξανά την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Σε αυτή την εξίσωση προστίθεται και ένας παράγοντας που δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η χώρα μας είναι σε προεκλογική περίοδο και η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί σύνθετες εθνικές εκκρεμότητες σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου κάθε κίνηση, κάθε υποχώρηση και κάθε διπλωματική διατύπωση μπορεί να έχει πολιτικό κόστος. Ο κίνδυνος είναι διπλός: Από τη μία υπάρχει η πίεση να εμφανίζονται διαρκώς επιτυχίες ακόμη και όταν πρόκειται απλώς για κινήσεις διαχείρισης.

Από την άλλη, υπάρχει ο φόβος μήπως μια αναγκαία πρωτοβουλία παρουσιαστεί ως εθνική υποχώρηση. Το προεκλογικό κλίμα περιορίζει την ευχέρεια των χειρισμών και καθιστά την κυβέρνηση περισσότερο ευάλωτη απέναντι σε όσους επενδύουν στα εθνικά θέματα. Οχι επειδή η κυβερνητική πολιτική πρέπει να μένει εκτός κριτικής, αλλά επειδή η εξωτερική πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού «πατριωτικών διαπιστευτηρίων».

Exit mobile version