Οι προβλέψεις για το τέλος του πολέμου και για το βάθος και τη διάρκεια των επιπτώσεών του στην παγκόσμια οικονομία είναι πολύ παρακινδυνευμένες, είναι όμως και αναγκαίες, διότι όλοι χρειάζονται κάποια πρόβλεψη για να πάρουν αποφάσεις.

Το πρόβλημα σήμερα είναι ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς οι προβλέψεις δεν είναι βέβαιο ότι στηρίζονται σε αληθινά στοιχεία. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, την πραγματική κατάσταση του Ιράν. Η Τεχεράνη είναι χωρίς Ιντερνετ από την αρχή του πολέμου, ξένοι δημοσιογράφοι δεν βρίσκονται εκεί (νομίζω, συνολικά είναι πέντε και ελέγχονται), η αναμετάδοση φωτογραφιών τιμωρείται με θάνατο βάσει ενός νέου νόμου του ιρανικού καθεστώτος που ψηφίστηκε αυτή την εβδομάδα. Επίσης, δεν ξέρουμε ποιος συγκεκριμένα είναι αυτός που μπορεί να διαπραγματευτεί την ειρήνη με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και να δεσμεύσει πραγματικά το Ιράν.

Και από τη μεριά του Ισραήλ και των ΗΠΑ, η πληροφόρηση είναι ελεγχόμενη και προβάλλονται οι επιτυχίες, αλλά όχι οι ζημιές.

Τέλος, η επικοινωνιακή πολιτική του Τραμπ προκαλεί κομφούζιο. Αλλα λέει τη μια ημέρα, άλλα την άλλη, όπως έκανε και με τους δασμούς. Λέει ότι ο πόλεμος τελειώνει, διότι οι διαπραγματεύσεις πάνε καλά, και στην ίδια δήλωση λέει ότι θα ισοπεδώσει το Ιράν. Λέει ότι διαπραγματεύεται και οι Ιρανοί λένε ότι δεν έχει ξεκινήσει καμία διαπραγμάτευση. Μετά από λίγο βγαίνει ο Ιρανός πρόεδρος και λέει ότι το Ιράν θέλει το τέλος του πολέμου με την προϋπόθεση εγγυήσεων και την ίδια στιγμή βγαίνει ο υπουργός Αμυνας του Ιράν και λέει ότι θα χτυπήσουν τις αμερικανικές εταιρείες που βρίσκονται στον Κόλπο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε πρόβλεψη είναι επισφαλής. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ορισμένα γεγονότα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν και που επιτρέπουν κάποιες εκτιμήσεις.

Οπως ότι έχουν καταστραφεί σημαντικές ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές τόσο στο Ιράν όσο και στις χώρες του Κόλπου. Τα δύο μεγαλύτερα εργοστάσια παραγωγής αλουμινίου της περιοχής, το ALBA που βρίσκεται στο Μπαχρέιν (Aluminium Bahrain) και το EGA στο Αμπού Ντάμπι, ανακοίνωσαν ότι χτυπήθηκαν με πυραύλους και drones και υπέστησαν σοβαρές ζημιές. Με το που κυκλοφόρησαν οι ανακοινώσεις αυτές, η τιμή του αλουμινίου εκτινάχτηκε, διότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες που χρησιμοποιούν το αλουμίνιο για να φτιάξουν αυτοκίνητα άρχισαν να αγοράζουν με πανικό, σε οποιαδήποτε τιμή, προβλέποντας έλλειψη. Συνεπώς, βγάζουμε ένα σαφές συμπέρασμα ότι το κόστος παραγωγής αυτοκινήτων αυξάνεται και αυτή την αύξηση ασφαλώς οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα την περάσουν στις τιμές των αυτοκινήτων, που θα ακριβύνουν.

Οι ζημιές στα εργοστάσια που υγροποιούν φυσικό αέριο, όπως και αυτές που το συμπιέζουν για να φορτωθεί στα πλοία και να μεταφερθεί, αλλά και στα διυλιστήρια πετρελαίου της περιοχής, είναι επίσης πολύ μεγάλες. Σήμερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, έχει τεθεί εκτός αγοράς το 20% της παγκόσμιας παραγωγής και αυτό, όπως είναι λογικό, έχει εκτινάξει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι. Οι πιο απαισιόδοξοι προβλέπουν τιμές κοντά ή και πάνω από τα 150 δολάρια, κάτι που σημαίνει ότι θα μπει δελτίο στα καύσιμα σε όλη την Ευρώπη. Οι πιο αισιόδοξοι θεωρούν πως μόλις σταματήσει ο πόλεμος η τιμή του πετρελαίου θα πέσει στα 40 δολάρια το βαρέλι. Ούτε οι αισιόδοξοι ούτε οι απαισιόδοξοι ξέρουν τι από τα δύο θα συμβεί.

Ακόμη κι αν πιστέψουμε ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σε δυο-τρεις εβδομάδες, όπως δήλωσε προχθές ο Τραμπ, οι εγκαταστάσεις που καταστράφηκαν θα μείνουν εκτός παραγωγής για χρόνια. Μπορεί τα Στενά του Ορμούζ σταδιακά να ανοίξουν, οπότε θα πέσουν οι τιμές των μεταφορικών (ναύλων), αλλά τα εργοστάσια θα είναι κατεστραμμένα και η παραγωγή μικρότερη απ‘ ό,τι ήταν.

Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι ο πόλεμος τελείωσε, περισσότερο ως ανακωχή θα μοιάζει παρά ως ειρήνη. Συνεπώς, και οι επιφυλάξεις για τις επιπτώσεις θα παραμείνουν. Ακόμη όμως κι αν σε ένα ονειρικό σενάριο τελείωναν όλα και υπήρχε ειρήνη, για να μπουν οι κατεστραμμένες υποδομές σε λειτουργία και να φτάσουν στο επίπεδο παραγωγής που είχαν πριν από τον πόλεμο θα χρειαστούν -σύμφωνα με τη γνώμη ειδικών- δύο με τρία χρόνια και μεγάλες επενδύσεις.

Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η ενεργειακή κρίση θα έχει διάρκεια, όπως διάρκεια έχει και η ενεργειακή κρίση που προήλθε από τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Και όπως δεν είδαμε ποτέ τα τελευταία πέντε χρόνια τις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων να πέφτουν, δεν πρόκειται να τις δούμε και στο μέλλον, αντίθετα θα τις βλέπουμε να ανεβαίνουν. Με μεγαλύτερη ταχύτητα αν ο πόλεμος συνεχιστεί, με μικρότερη αν σταματήσει.

Ολοι οι προϋπολογισμοί των επιχειρήσεων πέφτουν αυτομάτως έξω εξαιτίας της αύξησης της τιμής του πετρελαίου, αφού είχαν γίνει με εκτιμώμενη τιμή γύρω στα 70 δολάρια – όπως και οι προϋπολογισμοί των κρατών, που επίσης πέφτουν έξω. Και φυσικά, πέφτουν έξω και τα οικονομικά των νοικοκυριών όχι μόνο επειδή ο λογαριασμός του ρεύματος και η βενζίνη θα αυξηθούν, αλλά και επειδή οι τιμές όλων των προϊόντων και των υπηρεσιών θα αυξηθούν.

Ο πληθωρισμός θα αυξηθεί -σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα εκτιναχθεί στο 6,3%– και το μόνο που μένει χαμηλό είναι ο μισθός των εργαζομένων (παρά την αύξηση που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός). Ο μισθός αυτός που ξοδευόταν στο εικοσαήμερο τώρα δεν θα φτάνει για τα έξοδα του δεκαπενθήμερου λόγω της αυξανόμενης ακρίβειας.

Και αυτό μπορεί να φέρει ανατροπές και στην οικονομία και την πολιτική.