Η είδηση πέρασε στα ψιλά. Ωσάν να είναι κάτι αυτονόητο και τα αυτονόητα ως γνωστόν, δεν αποτελούν είδηση άξια να δημοσιοποιηθούν και να προβληθούν. Τον περασμένο Δεκέμβριο λοιπόν, η ανεργία σημείωσε νέα πτώση και έφτασε στο 7,5%. Δεν ξέρω και δεν θυμάμαι από πότε έχουμε να δούμε ένα τέτοιο ποσοστό, πάντως εμάς μας εκπλήσσει θετικά. Κι αυτό γιατί, όπως και να το κάνουμε, δεν υπάρχει μεγαλύτερο βάσανο και εφιάλτης, από κάποιον που θέλει να δουλέψει και να ορίζει τη ζωή του μόνος και να βρίσκει παντού πόρτες κλειστές.
Δεν υπεισέρχομαι στην ποιότητα των νέων θέσεων εργασίας που ανοίγουν και καλύπτονται από ενδιαφερόμενους, αλλά φρονώ πως είναι ένα σημαντικό βήμα για κάποιον άνεργο ή νέο εργαζόμενο, το γεγονός πως αποδέχεται μια προσφερόμενη θέση. Ακόμα κι αν δεν είναι της απολύτου αρεσκείας του ή δεν συμβαδίζει με τις δεξιότητες και τα προσόντα του, όντας κάπου εργαζόμενος, έχει όλον τον χρόνο να ψάξει κάτι καλύτερο που να τον εκφράζει περισσότερο. Κι έχει άλλη διαπραγματευτική θέση από κάποιον που είναι εκτός εργασίας. Δεν είναι επί ξύλου κρεμάμενος. Δεν ζει από τα επιδόματα ανεργίας ή από τη στήριξη του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος. Κι αυτό έχει αξία.
Θα συμφωνήσουμε όλοι στη χιλιοειπωμένη και κοινή διαπίστωση πως οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Όπως πρέπει να συμφωνήσουμε πως τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετά βήματα προς την ενίσχυση των εισοδημάτων και θα γινόταν πιο εύκολα αισθητό, αν δεν υπήρχαν τα κύματα ακρίβειας που μειώνουν την αγοραστική δύναμη και στην πράξη ακυρώνουν αυτές τις αυξήσεις. Αυτά όμως είναι άλλης τάξεως προβλήματα που είναι και ο γόρδιος δεσμός για την κυβέρνηση που το βρίσκει καθημερινά μπροστά της.
Η αύξηση όμως των θέσεων απασχόλησης είναι εξίσου σημαντική γιατί απλά αρκεί να σκεφτούμε τι θα γινόταν στην κοινωνία αν είχαμε, συν τοις άλλοις, και μια ανεργία στα επίπεδα του 15-20% που είδαμε μόλις πριν μερικά χρόνια. Και η δημιουργία θέσεων εργασίας δεν προκύπτει εκ θαύματος, αλλά γιατί προφανώς η οικονομία κινείται.
Από την άλλη, κάποιοι επαγγελματίες και καθολικά αρνητές, λένε πως «τι να την κάνουμε την ανάπτυξη αφού αυτή δεν τρώγεται!». Ε, λοιπόν, η απάντηση βρίσκεται στη μείωση του δείκτη της ανεργίας. Οι νέες επενδύσεις (ιδιωτικές και δημόσιες) δημιουργούν θέσεις εργασίας κι έρχονται να συμβάλλουν στην ανάπτυξη που κάποιοι σνομπάρουν. Οι νέοι εργαζόμενοι πληρώνουν φόρους και εισφορές και ενισχύουν τα έσοδα του κράτους. Το ίδιο και οι νέες επενδύσεις. Και στο τελικό αποτέλεσμα της δημιουργίας πλεονασμάτων συμμετέχουν όλοι οι τομείς παραγωγής. Έτσι προκύπτουν και οι απαιτήσεις της κοινωνίας για μέρισμα και παροχές, από την υπεραπόδοση της οικονομίας.
Κανείς δεν υποστηρίζει πως γίναμε το νέο Ελ Ντοράντο και πως το χρήμα ρέει άφθονο. Όμως καλό είναι να σκεφτόμαστε πότε πότε και το πρόσφατο παρελθόν που βιώσαμε οι περισσότεροι. Ναι, να κοιτάμε μπροστά, αλλά μια ματιά και πίσω δεν βλάπτει, είναι διδακτική. Και δεν αναφέρομαι στα συσσίτια και τα πλείστα φαινόμενα ακραίας φτώχειας που βλέπαμε μόλις πριν από δέκα χρόνια. Αναφέρομαι και στα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά που είχαν τη σειρά τους, είχαν κάνει τα κουμάντα τους, για μια αξιοπρεπή διαβίωση και ανατράπηκαν οι ζωές τους από τη μια στιγμή στην άλλη.
Κι είναι αυτή η αμνησία, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το μέλλον. Το πάθαμε και δεν μάθαμε, αφού μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας απαιτεί εδώ και τώρα όχι μόνο όσα χάθηκαν με τη χρεοκοπία, αλλά και περισσότερα. Βλέπετε, οι σειρήνες των λαϊκιστών πολιτικών συναγωνίζονται σε πλειοδοσία παροχών όπως τις παλιές «καλές εποχές» των… λεφτόδεντρων.
Με μια δόση ρεαλισμού και μια όσο το δυνατόν αντικειμενική σύγκριση της οικονομικής κατάστασης, τόσο της χώρας όσο και σε προσωπικό επίπεδο ενός εκάστου, θα αποκάλυπτε αβίαστα πως το σήμερα είναι καλύτερο από το χθες (σαφώς και θα θέλαμε περισσότερα) και δεν χρειάζεται να ξαναπαίξουμε το μέλλον μας στα ζάρια και σε νέα κόλπα μαθητευόμενων μάγων!
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.