Οποιαδήποτε πολεμική σύρραξη προκαλεί σημαντικές αναταραχές, πλέον όχι μόνο στις εμπλεκόμενες και γειτονικές περιοχές, αλλά παγκοσμίως. Έτσι συμβαίνει και για τη χώρα μας, που έστω και μη άμεσα εμπλεκόμενη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, γίνεται αποδέκτης των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων.
Για το λόγο αυτό θα προσπαθήσουμε να προσφέρουμε μια ψύχραιμη ματιά και ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης με τον πόλεμο να μαίνεται στη Μέση Ανατολή.
Σε πρώτο επίπεδο, ας δούμε τι σημαίνει η Μέση Ανατολή για τις πτήσεις. Είναι ευλόγως αντιληπτό πως τα αεροδρόμια της περιοχής έχουν είτε αναστείλει είτε περιορίσει σημαντικά τη λειτουργία τους. Ακόμα και για όσα λειτουργούν, το επιβατικό κοινό αποφεύγει τη χρήση τους. Όμως στην περιοχή, ακριβώς λόγω της στρατηγικής θέσης χωρών όπως τα Αραβικά Εμιράτα (Ντουμπάι, Αμπου Ντάμπι) και του Κατάρ, εκατοντάδες διεθνείς πτήσεις περνούσαν ως ενδιάμεση στάση. Οι πτήσεις αυτές προέρχονταν από την Αυστραλία και τη Ν.Ζηλανδία, την Κίνα και την Ινδία, αλλά και από άλλες μικρότερες χώρες της Ασίας και της Ωκεανίας. Για την Ελλάδα και το τουριστικό προϊόν της, οι αγορές της Ινδίας και της Κίνας, αλλά για κάποιους προορισμούς και η αγορά της Αυστραλίας, αποτελούν σημαντικές πηγές ταξιδιωτών. Αν και μετά τον Covid υπήρξε σαφής μείωση των εισερχομένων τουριστών από αυτές τις αγορές, η ζήτηση έχει ανακάμψει, όχι πλήρως αποκατασταθεί. Ας αναλογιστούμε λοιπόν τη ζημιά που έχει προκληθεί στις παγκόσμιες αεροπορικές μεταφορές όταν μεγάλα αεροπορικά hubs όπως αυτά των ΗΑΕ και Κατάρ, βγαίνουν ουσιαστικά εκτός αεροπορικού χάρτη.
Με τις αναταράξεις να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, η αύξηση του κόστους ενέργειας ήταν άμεση. Αυτή η αύξηση με τη σειρά της μετακυλίεται στα μεταφορικά έξοδα. Το κόστος αεροπορικών και ακτοπλοϊκών ταξιδιών κινδυνεύει να εκτοξευτεί σε απαγορευτικά νούμερα. Ομοίως βέβαια επηρεάζεται και το οδικό ταξίδι.
Πέραν όμως της αύξησης των μεταφορικών στις συγκοινωνίες των ίδιων των ταξιδιωτών, σημαντική αναμένεται να είναι η επιβάρυνση των μεταφορικών εξόδων των εμπορευμάτων. Αυτή η αύξηση προφανώς θα επιβαρύνει το κόστος κτήσης κάθε είδους πρώτης ύλης και προϊόντος, κατ’ επέκταση και του κόστους λειτουργίας των ξενοδοχείων, χώρων εστίασης και λοιπών τουριστικών υποδομών. Στην ίδια γραμμή θα κινηθεί και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης, που θα επιβαρύνει διπλά τους καταναλωτές, τόσο στο νοικοκυριό τους, όσο και στα τουριστικά καταλύματα, εστιατόρια κλπ. Ακόμα και για τους ίδιους τους εργαζόμενους, το κόστος μεταφοράς προς και από την εργασία τους, θα είναι υψηλότερο, οπότε και οι απαιτούμενοι μισθοί θα είναι αναλογικά υψηλότεροι. Κάπως έτσι λοιπόν το τουριστικό προϊόν κινδυνεύει να βγει στο «ράφι» με πολύ υψηλό κόστος. Προφανώς οι λύσεις είναι η μετακύλιση του επιπλέον κόστους στον ταξιδιώτη, είτε η απορρόφηση του από τις επιχειρήσεις. Και στις δύο περιπτώσεις κάποιος είναι ζημιωμένος. Οι ταξιδιώτες δεν έχουν απεριόριστο budget για τις διακοπές τους, αλλά και οι τουριστικές επιχειρήσεις τα μετά COVID χρόνια βιώνουν μια σημαντική αύξηση του κόστους λειτουργίας τους και μείωσης της κερδοφορίας τους.
Παρακολουθήσαμε ήδη τις δημοσιεύσεις στη διεθνή έκθεση ΙΤΒ στο Βερολίνο, ότι για τους Γερμανούς ταξιδιώτες η Ελλάδα φιγουράρει ως ο ακριβότερος τουριστικός προορισμός στην Ευρώπη, υψηλότερα από Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία κλπ.
Σε επίπεδο ψυχολογίας, εν μέσω αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος, πολλοί είναι αυτοί που θα αναβάλλουν το ταξίδι τους για κάποια άλλη περίοδο, με μεγαλύτερη ασφάλεια, φοβούμενοι, όχι τόσο τις ίδιες τις πολεμικές εξελίξεις, όσο την οικονομική αναταραχή και την αρνητική ψυχολογία από την πρόκληση του ίδιου του πολέμου. Άλλωστε το κύμα του revenge travel που επικράτησε μετά τη διετία του COVID, έχει πλέον ξεθυμάνει και οι ταξιδιώτες του 2026 και των επόμενων ετών, είναι «διαβασμένοι» και βρίσκονται σε θέση να λάβουν τις ταξιδιωτικές αποφάσεις τους με μεγαλύτερη σύνεση.
Ευτυχώς για την Ελλάδα, εκτιμούμε ότι υπάρχει και μια σημαντική «άλλη όψη» του νομίσματος. Η θέση της χώρας μας, σε ασφαλή απόσταση από τη Μέση Ανατολή και τις γύρω χώρες που εμπλέκονται ή απειλούνται από τη σύρραξη, είναι τέτοια που επιτρέπει στους ταξιδιώτες να επιλέξουν την Ελλάδα με αίσθημα ασφάλειας. Για το 2026 τουριστικές χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Ισραήλ, ο Λίβανος, η Κύπρος, η Αίγυπτος, ακόμα και η Τουρκία, προβάλλουν ως άκρως επικίνδυνοι προορισμοί για τον παγκόσμιο τουρισμό. Περίπου 100 με 110 εκατομμύρια τουρίστες επισκέπτονται κάθε χρόνο τις παραπάνω χώρες, μισοί εξ αυτών, κατευθύνονται προς την Τουρκία. Μιλάμε λοιπόν για μια τεράστια «δεξαμενή» ταξιδιωτών, μέρος εκ των οποίων θα αναζητήσει εναλλακτικούς προορισμούς για το 2026 και πιθανώς και τα επόμενα χρόνια.
Προφανώς η Ελλάδα δεν παίζει μόνη της στη σκακιέρα του τουρισμού. Πολλοί είναι οι ανταγωνιστές της. Αυτή τη στιγμή, μεγάλοι τουριστικοί οργανισμοί και tour operators αλλάζουν το σχεδιασμό των πτήσεων τους, καταγράφοντας ισχυρό κύμα ζήτησης για προορισμούς όπως η Κροατία και η Ιταλία, η Ισπανία και η Μάλτα, η Πορτογαλία, το Πράσινο Ακρωτήρι και η Καραϊβική, που έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο ζήτησης, όπως δήλωσε εκπρόσωπος της Kuoni.
Για την Ελλάδα, λοιπόν, η διεκδίκηση μέρους της ταξιδιωτικής πίτας της Μέσης Ανατολής και των όμορων περιοχών δε θα είναι στη λογική του ώριμου φρούτου. Και πάλι εδώ μπαίνει ο παράγοντας κόστους. Με την ενεργειακή κρίση σε εξέλιξη, με τη σοβαρότατη απειλή του πληθωρισμού και της αύξησης του κόστους υπηρεσιών και υλικών, η χώρα μας, που όπως είδαμε φιγουράρει ως ένας από τους ακριβότερους προορισμούς, χρειάζεται να τοποθετηθεί έξυπνα, μα κυρίως λογικά, στο χάρτη που διαμορφώνεται για φέτος και τα επόμενα χρόνια.
Καθώς μαίνεται η σύγκρουση, οι εξελίξεις τρέχουν και αυτή τη στιγμή κανείς δε μπορεί με βεβαιότητα να προβλέψει τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα των πολιτών, πόσο μάλλον την ταξιδιωτική συμπεριφορά για το 2026. Η διαμόρφωση του τουριστικού χάρτη για τη φετινή σεζόν είναι ένας πολυπαραγοντικός γρίφος, δύσκολος ακόμα και για δυνατούς λύτες.
*Ο κ. Πάνος Λεοντόπουλος είναι CEO του Boutique Sales Agency, Hotelistas
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.