Αν κάποιος αναρωτιέται «τι μας επιφυλάσσει το 2026;», η απάντηση είναι απλή και βαθιά ελληνική: πλήξη, πάντως, όχι. Γιατί αν υπάρχει ένα σταθερό χαρακτηριστικό της δημόσιας ζωής στη χώρα, είναι ότι κάτι θα συμβαίνει συνεχώς. Κάτι σημαντικό, κάτι ασήμαντο, κάτι που θα βαφτίζεται κρίσιμο ή θα αναγορεύεται σε «εθνικό ζήτημα», μόνο και μόνο για να μας κρατά όλους σε διαρκή ένταση. Μία κοινωνία που ζει μέσα σε ένα μόνιμο καλειδοσκόπιο γεγονότων, πολιτικών σχεδίων, προσωπικών φιλοδοξιών και εναλλαγής μικρών και μεγάλων δράσεων, δύσκολα θα μπορούσε να γνωρίσει μια «ήσυχη» χρονιά. Και το 2026 μοιάζει ήδη να υπόσχεται ακριβώς αυτό: μια ακόμη γεμάτη σεζόν, όπου η πραγματικότητα θα ξεπερνά τη φαντασία.

Στο πολιτικό πεδίο, η χρονιά ξεκινά με επετείους, ορόσημα και υπόγειες ζυμώσεις. Συμπληρώνονται δέκα χρόνια ηγεσίας για τον Κυριάκο Μητσοτάκη και, μαζί, μια δεκαετία πολιτικής κυριαρχίας που εξακολουθεί να καθορίζει το σκηνικό. Μόνο που η εικόνα δεν είναι πλέον μονοδιάστατη. Το δημοσκοπικό προβάδισμα δεν αμφισβητείται, αλλά απέχει πολύ από την εποχή της άνετης αυτοδυναμίας, ενώ το στοίχημα μοιάζει πιο… ταπεινό: σταθεροποίηση γύρω στο 30% και μια κυβέρνηση που προσπαθεί να διαχειριστεί πιέσεις από παντού, με ψυχραιμία δημοσιονομικού εγχειριδίου και πολιτική ενστίκτου. Πλήξη; Καμία. Άγχος; Όσο θέλεις.
Στον χώρο της αντιπολίτευσης, τα πράγματα είναι ακόμη πιο… ζωντανά. Φιλοδοξίες, σχέδια, σκιώδεις κινήσεις και πρόωρες δηλώσεις δημιουργούν ένα μωσαϊκό όπου όλοι μιλούν για αλλαγή, αλλά κανείς δεν δείχνει ακριβώς τον δρόμο. Ο Αλέξης Τσίπρας κινείται ανάμεσα στη μνήμη και το μέλλον, άλλοτε ως συγγραφέας της «Ιθάκης», άλλοτε ως δυνητικός ιδρυτής νέου πολιτικού σχηματισμού. Θα κατέβει, δεν θα κατέβει, θα «καταπιεί» ή θα καταποθεί; Ένα πολιτικό cliffhanger που υπόσχεται πολλά επεισόδια. Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ ακροβατεί ανάμεσα στη σταθεροποίηση και τον κίνδυνο απώλειας εδάφους, σε ένα περιβάλλον όπου νέες παρουσίες επιχειρούν να εκφράσουν θυμό, απογοήτευση και «αντισυστημικό» ένστικτο. Η Μαρία Καρυστιανού, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, οι δυνάμεις της διαμαρτυρίας – όλοι και όλα μέσα σε ένα τοπίο που αναζητά το ποιος θα ηγηθεί της αντιπολιτευτικής αφήγησης. Αν δεν είναι πολιτική μυθοπλασία αυτό, τότε τι είναι; Κι επειδή σε μια τέτοια σκηνή δεν μπορεί να λείπει και η συντηρητική χροιά, ο Αντώνης Σαμαράς προσθέτει τη δική του αγωνία στο πολιτικό παζλ. Θα προχωρήσει σε δικό του κόμμα; Θα πλήξει τη Νέα Δημοκρατία ή θα λειτουργήσει ως παράλληλη τροχιά; Μια ακόμη εκκρεμότητα, ένα ακόμη επεισόδιο σε μια σειρά που μάλλον δεν έχει γραφτεί ο επίλογος.
Όμως, επειδή η Ελλάδα ποτέ δεν περιορίζεται στην εσωτερική σκηνή, το διεθνές περιβάλλον θα κάνει το δικό του βαρύ πέρασμα στη φετινή ατζέντα. Η ένταση ξαναχτυπά την πόρτα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, οι διπλωματικές κινήσεις αποκτούν βαρύτητα, οι συμμαχίες ξαναγράφονται, οι δηλώσεις αποκτούν χαρακτήρα προειδοποίησης. Όσο κι αν θα θέλαμε ηρεμία, φαίνεται πως ούτε εδώ θα μας χαριστεί.
Στο μέτωπο της οικονομίας, η χρονιά παρουσιάζεται ως μεταβατική, αλλά κρίσιμη. Το Ταμείο Ανάκαμψης φτάνει προς το τέλος του κύκλου του και όλοι αναρωτιούνται αν η ανάπτυξη έχει τη δική της αυτόνομη ορμή ή αν χρειάζεται ακόμη το δημοσιονομικό «σωληνάκι οξυγόνου». Επενδύσεις, ιδιωτικές πρωτοβουλίες, δημόσια έργα, ψηφιακές μεταρρυθμίσεις – όλα στη σκηνή ταυτόχρονα. Μόνο που μαζί με την τεχνοκρατική ανάλυση λανθάνει και μια διαρκής αγωνία: θα αντέξουμε χωρίς τον Ευρωπαίο χρηματοδότη; Και μόνο η ερώτηση αρκεί για να κρατά τον παλμό ανεβασμένο.
Κι αν όλα αυτά μοιάζουν βαριά, υπάρχει πάντα το μέτωπο που αγγίζει τον καθένα: το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Δωρεάν χειρουργεία, ψηφιακές ουρές, βραχιολάκια ιχνηλάτησης, κινητές ομάδες, εφαρμογές, SMS αξιολόγησης. Ενα χαρτοφυλάκιο παρεμβάσεων που επιχειρεί να νικήσει τη λέξη «αναμονή». Για κάποιους, πρόοδος. Για άλλους, «τσιρότα» σε χρόνιες πληγές. Όπως πάντα στην Ελλάδα, ακόμη και η Υγεία είναι πεδίο συζήτησης, αμφισβήτησης, επιχειρημάτων. Ησυχία; Ούτε εδώ.
Όλα αυτά μαζί -πολιτικά σχέδια, οικονομικές ισορροπίες, κοινωνικές αντιθέσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και διοικητικές μεταρρυθμίσεις- συνθέτουν μια χρονιά που μοιάζει καταδικασμένη να μην είναι βαρετή. Στην πραγματικότητα, ίσως αυτό να είναι το πιο αυθεντικό χαρακτηριστικό μας: σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη δεν ζούμε ποτέ μια εποχή κανονικότητας, αλλά μια διαρκή σειρά επεισοδίων όπου τα σοβαρά και τα ασήμαντα συγκατοικούν, αλλάζουν βάρος, αποκτούν συμβολισμό και ξαναγράφουν την ατζέντα από τη μια μέρα στην άλλη.
Κι έτσι, σχεδόν ειρωνικά, το 2026 ίσως αποδειχθεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι στην Ελλάδα δεν χρειαζόμαστε δράμα για να έχουμε ένταση. Μας αρκεί η καθημερινότητά μας. Και γι’ αυτό -για καλό ή για κακό- ένα είναι βέβαιο: δεν πρόκειται να πλήξουμε.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.