search icon

Γνώμες

Παλίμψηστο

Θα ήθελα να ανοίξω το φακό στην ευρύτερη εικόνα. Ένα τέτοιο άνοιγμα αναδεικνύει ένα γενικότερο χαρακτηριστικό, που δεν θα το χαρακτήριζα δυσλειτουργία αλλά αντικειμενικό πρόβλημα

Ατέλειωτες διαβουλεύσεις, απανωτά «non-papers» και (νέος όρος που σημαίνει το αντίθετο από αυτό που προσπαθεί να πει) «non-non- papers», κοινές στάσεις και μεμονωμένες αποστάσεις, εξάντληση της δυνατότητας συναίνεσης και μονομερής διαπίστωση της μη επίτευξής της: η πορεία της «συζήτησης» σχετικά με την επιβολή ή όχι «κατωφλιού»/πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου τα είχε όλα –και εικονογραφεί τέλεια τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν μέσω κρίσεων.

Το ζήτημα είναι και τεχνικά και πολιτικά δύσκολο και γι’ αυτό δεν πρέπει να ξαφνιάζει που πέρασε από τόσο στάδια και με τόσες δολιχοδρομήσεις: δεν είναι, πιστεύω, ορθό να θεωρήσουμε ότι με την (προσωρινή;) εγκατάλειψη του πλαφόν στο φυσικό αέριο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εγκαταλείφθηκε συγχρόνως και η βούληση η Ευρώπη να κάνει κάτι δραστικό και οργανωμένο, να «ανακτήσει», σύμφωνα με τα λόγια του Έλληνα Πρωθυπουργού σε πρόσφατο άρθρο του στο Bloomberg, «τον έλεγχο της αγοράς του φυσικού αερίου» και, ευρύτερα, της ενεργειακής αγοράς, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό. Το κοινό διάβημα 15 χωρών για την επιβολή πλαφόν δεν μπορεί να αγνοηθεί, ούτε οι ενεργειακές ανάγκες και οι οικονομικές επιπτώσεις τους, ούτε η κλιμάκωση της ρωσικής επιθετικότητας και η αδυναμία διαπραγμάτευσης με τον Πούτιν και την Gazprom.

Η σολομώντεια (μη) «λύση» που (προς το παρόν) πρυτάνευσε –όχι πλαφόν στο φυσικό αέριο, ναι πλαφόν στο πετρέλαιο, ανοχή σε εθνικές «επιλογές», συμφωνία επί της αρχής σε «ευκολότερα» ζητήματα, όπως ο περιορισμός της κατανάλωσης (που κι αυτός «έπεσε» από το 10 και το 15 στο 5%) και η (αόριστη) φορολόγηση ορισμένων εταιριών- είναι απόρροια αυτής της πάλης για κοινή στάση εν μέσω πολλών διαφορετικών συμφερόντων και αντιλήψεων. Που (σχεδόν) όλα, αν ιδωθούν μεμονωμένα, έχουν λογική στήριξη: το πλαφόν ως μέτρο έχει τη δυναμική και να ξαλαφρώσει κάπως τα νοικοκυριά (όπως δείχνει το παράδειγμα της Ισπανίας, που το επέβαλε μονομερώς) αλλά και να δυσχεράνει τον εφοδιασμό σε καύσιμο (αφού δεν έχουν όλες οι χώρες τις ίδιες ανάγκες και δεν γίνονται εισαγωγές μόνο από τη Ρωσία), ενώ, αντίθετα, ο εστιασμός, αντί του πλαφόν, σε κοινές προμήθειες αερίου, θα μπορούσε (αν συγκέντρωνε, που ούτε αυτός συγκεντρώνει, συναίνεση) να επιφέρει παρεμφερές αποτέλεσμα με λιγότερες στρεβλώσεις στη αγορά, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή και, κυρίως, η Γερμανία (η οποία, πάντως, δεν έχασε να ευκαιρία να επιβάλει εσωτερικά ένα είδος πλαφόν, μέσω επιδοτήσεων…).

Χωρίς να πάρω θέση, αφού δεν είμαι ειδικός στα ενεργειακά, ως προς το ποια θα ήταν η αποτελεσματικότερη επιλογή (διατηρώντας, πάντως, την «υποψία» ότι οι «αντι-πλαφόν» δεν αποκρούουν τόσο το ίδιο το μέτρο όσο τον τρόπο υλοποίησης του ενόψει των προβολών που κάνουν για τις επιπτώσεις στη χώρα τους), θα ήθελα να ανοίξω το φακό στην ευρύτερη εικόνα. Ένα τέτοιο άνοιγμα αναδεικνύει ένα γενικότερο χαρακτηριστικό, που δεν θα το χαρακτήριζα δυσλειτουργία αλλά αντικειμενικό πρόβλημα: σε μια Ευρώπη με τόσα πολλά, και τόσων διαφορετικών «ταχυτήτων», μέλη, οι αποφάσεις, ιδίως σε τεχνικά ζητήματα (είδαμε, αντίθετα, ότι για την επιβολή των διαδοχικών πακέτων κυρώσεων, τα κράτη-μέλη μπόρεσαν να ομονοήσουν), ακολουθούν εγγενώς τη «λογική του παλίμψηστου»: το κάθε κομμάτι αντιμετωπίζεται χωριστά και διαφορετικά από κάθε χώρα, αλλά και από κάθε οικονομική, επιχειρηματική, κοινωνική ομάδα, έτσι ώστε η μετάβαση από τον κοινό στόχο, που συνεχίζει να υπάρχει, σε κοινά μέτρα να είναι από εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη.

Νομοτελειακά ο κοινός στόχος –στην προκείμενη περίπτωση: μεγαλύτερη ενεργειακή επάρκεια και αυτονομία, χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, τόσο βραχυπρόθεσμα, για το χειμώνα που έρχεται, όσο και μακροπρόθεσμα- περνά από συνδυασμό κοινών και μη κοινών βημάτων, από «τα πάνω» αποφάσεων, όπως για τις προμήθειες και την εξοικονόμηση, και εθνικών εξειδικεύσεων, όπως για τον τρόπο μείωσης της τιμής.

Το σημαντικό, συνεπώς, είναι να μην πάψει –κάτι που δεν είναι αυτονόητο, καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση κυβερνήσεων και πληθυσμών σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και την εμβάθυνση ή όχι του εσωτερικού ρήγματος που έχει επίκεντρο την Ουγγαρία- η κοινή προσπάθεια. Με γνώση, αλλά και σε πείσμα, των ατελειών της.

Exit mobile version