Με έναν δύσκολο χειμώνα αντιμέτωπη βρίσκεται η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, καθώς το φυσικό αέριο έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα κοντά στα υψηλότερα των τελευταίων δύο ετών, την ώρα που οι αποθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερη πληρότητα σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν επικίνδυνο συνδυασμό για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Οι υψηλές τιμές περιορίζουν τα περιθώρια, ενώ τα χαμηλότερα αποθέματα σημαίνουν ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί να αγοράσει μεγαλύτερες ποσότητες αερίου για να καλύψει τις ανάγκες της. Εάν οι εισαγωγές πραγματοποιηθούν σε ακόμη υψηλότερες τιμές, η πίεση στους λογαριασμούς ενέργειας μπορεί να ενταθεί.
Η τιμή αναφοράς του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, στον ολλανδικό κόμβο TTF, διαμορφώνεται περίπου στα 84 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας πλησιάσει τα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας διετίας.
Η απόσταση από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή είναι εντυπωσιακή. Τότε η τιμή βρισκόταν περίπου στα 31 ευρώ/MWh, γεγονός που σημαίνει ότι μέσα σε αυτό το διάστημα έχει καταγραφεί αύξηση της τάξης του 150%.
Χαμηλότερα αποθέματα από πέρυσι
Την ίδια στιγμή, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζουν πληρότητα περίπου 73,6%, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που καταγραφόταν πέρυσι την ίδια περίοδο.
Πριν από έναν χρόνο οι αποθήκες ήταν γεμάτες περίπου κατά 85%, επίπεδο που αντιστοιχούσε και στον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας.
Η διαφορά δεν είναι απλώς στατιστική. Όσο μικρότερο είναι το απόθεμα με το οποίο ξεκινά η χειμερινή περίοδος, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για νέες αγορές φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Σε μια αγορά όπου οι τιμές παραμένουν ήδη αυξημένες, η ανάγκη αυτή μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω το κόστος.
Η εικόνα, μάλιστα, παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από χώρα σε χώρα.
Στη Γερμανία, έναν από τους σημαντικότερους καταναλωτές και κόμβους της ευρωπαϊκής αγοράς, η πληρότητα των αποθηκών βρίσκεται περίπου στο 59,8%. Στην Ολλανδία, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 62%, ενώ στην Αυστρία φτάνει το 69%.
Στο Βέλγιο οι αποθήκες είναι γεμάτες κατά 64,8%, στη Λετονία κατά 49,6% και στη Σλοβακία περίπου κατά 55%.
Αντίθετα, υψηλότερη πληρότητα καταγράφεται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Η Γαλλία βρίσκεται περίπου στο 87%, η Κροατία στο 81%, η Βουλγαρία στο 80%, η Ουγγαρία στο 77% και η Ισπανία στο 77%.
Στην Πολωνία η πληρότητα ξεπερνά το 99%, ενώ στην Πορτογαλία διαμορφώνεται στο 95,5% και στη Σουηδία περίπου στο 85%.
Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο τον φετινό χειμώνα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ευρωπαϊκή αγορά δεν είναι μόνο η κάλυψη των αναγκών τους επόμενους μήνες. Εφόσον οι θερμοκρασίες κινηθούν χαμηλότερα από τα συνηθισμένα ή υπάρξουν νέες διαταραχές στον εφοδιασμό, η πίεση μπορεί να μεταφερθεί και στην επόμενη περίοδο αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Ακόμη και σε ένα σενάριο με σχετικά ήπιες θερμοκρασίες, οι αποθήκες της Βορειοδυτικής Ευρώπης θα μπορούσαν να πλησιάσουν το 20% της χωρητικότητάς τους στις αρχές Απριλίου.
Ένα παρατεταμένο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η Ευρώπη θα χρειαστεί να αναπληρώσει τα αποθέματά της σε ένα περιβάλλον περιορισμένης προσφοράς και αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Το ενδεχόμενο αυτό σημαίνει ότι η ενεργειακή πίεση μπορεί να μην τελειώσει μαζί με τον φετινό χειμώνα, αλλά να συνεχιστεί και μέσα στο 2027.
Σε ένα δυσμενέστερο σενάριο, ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας θα μπορούσε να οδηγήσει την πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών ακόμη χαμηλότερα, περίπου στο 10%-15%.
Η Ευρώπη εξαρτάται από τις εισαγωγές
Τα αποθέματα φυσικού αερίου αποτελούν κρίσιμο «μαξιλάρι» για την ευρωπαϊκή αγορά. Κατά τη διάρκεια ενός τυπικού χειμώνα, το αέριο που βρίσκεται αποθηκευμένο αντιστοιχεί περίπου στο 25%-30% των συνολικών ποσοτήτων που καταναλώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το υπόλοιπο πρέπει να εξασφαλιστεί μέσω συνεχών εισαγωγών, είτε από αγωγούς είτε μέσω φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Η Ευρώπη στηρίζεται ιδιαίτερα σε προμήθειες από τη Νορβηγία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα ανταγωνίζεται την Ασία για διαθέσιμα φορτία LNG.
Αυτό δημιουργεί έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Εάν η ασιατική ζήτηση αυξηθεί, οι ευρωπαϊκές χώρες ενδέχεται να χρειαστεί να προσφέρουν υψηλότερες τιμές για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα φορτία.
Παράλληλα, οποιαδήποτε διακοπή ή σοβαρός περιορισμός στον εφοδιασμό θα μπορούσε να προκαλέσει απότομη νέα άνοδο των τιμών.
Το προηγούμενο του 2022
Η ευρωπαϊκή αγορά έχει ήδη βιώσει το πόσο γρήγορα μπορεί να μετατραπεί μια διαταραχή στον εφοδιασμό σε εκρηκτική άνοδο των τιμών.
Το 2022, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και τη δραστική μείωση των ρωσικών ροών φυσικού αερίου μέσω αγωγών, η τιμή αναφοράς στην Ευρώπη ξεπέρασε ακόμη και τα 350 ευρώ ανά MWh.
Το σημερινό περιβάλλον δεν βρίσκεται στα επίπεδα εκείνης της κρίσης. Ωστόσο, η σημαντική άνοδος του TTF, σε συνδυασμό με τα χαμηλότερα αποθέματα και την αβεβαιότητα γύρω από τις διεθνείς προμήθειες, επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας νέας περιόδου έντονης ενεργειακής πίεσης.
Για τους καταναλωτές, το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι εάν η Ευρώπη θα καταφέρει να περάσει τον χειμώνα χωρίς σημαντικές διαταραχές στον εφοδιασμό ή εάν η ανάγκη για νέες εισαγωγές θα οδηγήσει σε νέο κύμα αυξήσεων στο φυσικό αέριο και, κατ’ επέκταση, στο ενεργειακό κόστος.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.