Στα κόμματα της αντιπολίτευσης που διεκδικούν νίκες στη μάχη της κεντροαριστεράς οι θετικές προβλέψεις περισσεύουν, αλλά συχνά ουδεμία σχέση έχουν με την κατάσταση που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Απλώς καλλιεργούν προσδοκίες και εύχονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να διαψεύσουν τουλάχιστον το χειρότερο σενάριο. Από τις εκλογές του 2023 με τις διπλές κάλπες έχουν έρθει τα πάνω-κάτω στο χώρο της κεντροαριστεράς, με σημείο αφετηρίας την εκκωφαντική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, που οδήγησε την Κουμουνδούρου σε διαδοχικές διασπάσεις και φυσικά τον αρχηγό της εκλογικής της μάχης, τον Αλέξη Τσίπρα στον αρχικό «παραμερισμό» του. Οι διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ έφεραν το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη βουλή, όπου κάποια από τα κομμάτια της Κουμουνδούρου συγκρότησαν τη Νέα Αριστερά και τη ζώνη (αρχικά πάλι) των ανεξάρτητων βουλευτών με γέφυρες στο νέο κόμμα Κασσελάκη. Η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Αριστεράς παραμένει μέχρι τώρα ενωμένη, παρότι στα γκάλοπ το κόμμα χάνει σταθερά τη δυνατότητα να ξαναμπεί αυτόνομο στη βουλή- φυσικά και στο εσωτερικό της Νέας Αριστεράς συγκατοικούν δύο «κόσμοι», αλλά μέχρι να κάνει κόμμα ο Αλέξης Τσίπρας βάζουν στην άκρη το ενδεχόμενο μιας νέας διάσπασης.

Στον ΣΥΡΙΖΑ η προσπάθεια του Σωκράτη Φάμελλου να πείσει ότι μπορεί να καθοδηγήσει τις εξελίξεις υπέρ της συνεργασίας των κεντροαριστερών δυνάμεων δεν έχει αποδώσει τα προσδοκώμενα. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να καταγράφει ισχνά μονοψήφια ποσοστά στα γκάλοπ, ενώ την ίδια ώρα πολλά στελέχη του περιμένουν να βγει …νομοτελειακά λευκός καπνός από την Αμαλίας και να προσδεθούν στο άρμα του Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός από την πλευρά του δεν έχει λόγο να ανοίξει από τώρα τα χαρτιά του. Στις δημοσκοπήσεις δεν συναντά «ρεύμα» υπέρ του, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, ούτε εμφανίζεται έτοιμος για μια «μετωπική διαρκείας» με το ΠΑΣΟΚ, όσο δεν έχει στα χέρια του σαφείς ενδείξεις ότι θα επικρατήσει με άνεση στη μάχη για τη δεύτερη θέση. Γνωρίζει ότι αν δεν καταφέρει με την επιστροφή μέσω «Ιθάκης» να κατακτήσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στον πρώτο γύρο των εθνικών εκλογών, στον δεύτερο θα έρθει αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της εξαΰλωσης των ποσοστών του κόμματός του, με τους περισσότερους υποψήφιους να μένουν εκτός βουλής- με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Γι΄ αυτό λοιπόν ο κ. Τσίπρας δεν σπεύδει να κάνει τα αποκαλυπτήρια της μετά-Ιθάκης και αφήνει να φτάσει η στιγμή στο κατακαλόκαιρο για τα πλήρη αποκαλυπτήρια. Μπορεί όμως και να συμβεί το αντίθετο, ποιος ξέρει. Στην πολιτική κάποιος κερδίζει και κάποιος άλλος χάνει. Κι αν αυτός ο κάποιος άλλος είναι το ΠΑΣΟΚ, τότε το στοίχημα του στυλ «ο θάνατός μου η ζωή σου» θα λειτουργήσει υπέρ του εγχειρήματος Τσίπρα. Αλλά θα είναι πολλές οι στιγμές μέχρι το φινάλε της αναμέτρησης. Ο Αντώνης Σαουλίδης πχ (μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Χαριλάου Τρικούπη και υποψήφιος βουλευτής το 2023) πήγε ως ομιλητής στο πάνελ του Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη και σε λιγότερο από ένα μήνα εμφανίστηκε σε εκδήλωση του ΠΑΣΟΚ (προχθές) επίσης στη Θεσσαλονίκη, και τον μόνο που δεν χαιρέτησε ήταν ο Νίκος Ανδρουλάκης. Με την ίδια ευκολία και ταχύτητα κινούνται και οι ψηφοφόροι, ειδικά όσοι δεν νιώθουν ικανοποιημένοι με το κεντρικό αφήγημα των δυνάμεων στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς, Η αντιπολίτευση που ασκούν τους απογοητεύει σε μεγάλο βαθμό και προφανώς θα ήταν ευτυχείς στο ΠΑΣΟΚ, αν έβλεπαν να κινείται προς τα πάνω η βελόνα έστω σε αυτήν μόνο τη δημοσκοπική κάρτα που δείχνει την μειοψηφική απήχηση της αντιπολιτευτικής τους ρητορικής. Αλλά στο ΠΑΣΟΚ η «ακούνητη βελόνα» που κυρίως τους απασχολεί έχει να κάνει με το πανελλαδικό ποσοστό και φυσικά με τις χαμηλές πτήσεις της ηγεσίας στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός.

Αν είναι το προσεχές Συνέδριο μια κάποια λύση, θα έπρεπε να το είχαν κάνει …χθες. Πέρσι για την ακρίβεια, όταν το ΠΑΣΟΚ μετά από τη μάχη για την εκλογή ηγεσίας κατάφερε να εκπέμψει εικόνες συλλογικότητας και δυναμικής επανεκκίνησης, τις οποίες όμως τις άφησε να χαθούν μέσα από τα χέρια τους. Η ηγεσία κατηγορείται από στελέχη του κόμματος ότι δεν άνοιξε το παιχνίδι και ότι η στρατηγική της απέτυχε. Οι ψηφοφόροι παρατηρούν το ΠΑΣΟΚ να … αντιστέκεται στις προσδοκίες που το ίδιο καλλιέργησε και να παραμένει καθηλωμένο σε ποσοστά, μακριά από το διακηρυγμένο στόχο για τη δημιουργία του ισχυρού εναλλακτικού πόλου διακυβέρνησης. Βέβαια στο Συνέδριο αν δεν αποδειχθούν κυρίαρχοι οι μηχανισμοί, έχουν ακόμη μία ευκαιρία για να εκπέμψουν στη συχνότητα που προκαλεί το ενδιαφέρον των κεντροαριστερών πολιτών. Αλλά η σχετική πρόβλεψη δεν κόβει απαραίτητα πολλά εισιτήρια τουλάχιστον μέχρι τώρα.

Το σίγουρο είναι ότι «στα προσεχώς» θα δούμε το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα να μπαίνουν στην τελική στροφή προς μία σκληρή μάχη, που δύσκολα θα αποφύγουν να εξελιχθεί σε μετωπική σύγκρουση, όσο και αν και τα δύο κόμματα επιλέγουν ως βασικό αντίπαλο τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.