Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η πραγματικότητα επιβάλλεται με τέτοια ένταση, ώστε καμία επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να την παρακάμψει. Η τελευταία εβδομάδα ήταν ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Ό,τι κι αν επιχείρησε να κάνει η κυβέρνηση για να αλλάξει την ατζέντα, τα δύο μεγάλα τραύματα της θητείας της –οι υποκλοπές και τα Τέμπη– επανήλθαν με τρόπο σχεδόν εμμονικό. Σαν να αρνούνται να γίνουν παρελθόν.

Το σκηνικό στη Λάρισα, με το χάος στο δικαστήριο για την τραγωδία των Τεμπών, δεν ήταν ένα ακόμη περιστατικό κακοδιοίκησης ή αστοχίας. Ήταν μια στιγμή υψηλού συμβολισμού. Μια εικόνα που αποτυπώνει το βαθύτερο πρόβλημα: την αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη καθυστερεί, ότι οι απαντήσεις δεν έρχονται, ότι η κοινωνία παραμένει σε εκκρεμότητα. Ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι υπήρξαν εξωγενείς παρεμβάσεις ή σκοπιμότητες, η ευθύνη της πρόβλεψης και της αποτροπής βαραίνει την κυβέρνηση. Και όταν αυτή η ευθύνη δεν εκπληρώνεται, το πολιτικό κόστος επιστρέφει.
Στο μέτωπο των υποκλοπών, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά εξίσου επιβαρυντική. Δεν υπάρχει το ορατό σοκ ενός γεγονότος όπως στα Τέμπη. Υπάρχει όμως μια σταθερή, υπόγεια πίεση. Θεσμικές κινήσεις, δικαστικές εξελίξεις, πολιτικές παρεμβάσεις. Και απέναντι σε όλα αυτά, μια κυβέρνηση που δείχνει –τουλάχιστον δημόσια– να επιλέγει τη σιωπή ή την ακινησία. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται η εντύπωση ότι το ζήτημα όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά βαθαίνει. Κάπως έτσι, στις 17 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί στη Βουλή η προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών για το κράτος δικαίου και τις υποκλοπές.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο όπου το εξωτερικό περιβάλλον δεν αφήνει κανένα περιθώριο εφησυχασμού. Η γεωπολιτική ένταση παραμένει υψηλή, η Μέση Ανατολή φλέγεται, οι ενεργειακές αγορές αντιδρούν νευρικά. Ο πληθωρισμός επιμένει, το κόστος ζωής αυξάνεται και τα νοικοκυριά πιέζονται. Η αβεβαιότητα δεν είναι θεωρητική έννοια – είναι καθημερινή εμπειρία.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει συμπληρωματική δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ που αφορά 11+2 πολιτικά πρόσωπα, όπου ανάμεσα στα άλλα, λογικά, φέρνει ανασχηματισμό στην κυβέρνηση – οπότε οι νέοι υπουργοί θα ενημερώνονται για κάνα τρίμηνο κλ.π.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, επανέρχονται οι συζητήσεις για πρόωρες εκλογές.
Αν το δει κανείς ψυχρά, οι λόγοι κατά των πρόωρων εκλογών είναι προφανείς. Πρώτον, δεν υπάρχει σαφές εκλογικό κύμα. Οι δημοσκοπικές βελτιώσεις είναι εύθραυστες, συγκυριακές και σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα σύγκρισης με μια αδύναμη αντιπολίτευση. Δεν συνιστούν στρατηγικό πλεονέκτημα που μπορεί να μεταφραστεί σε αυτοδυναμία.
Δεύτερον, η χρονική συγκυρία είναι εξαιρετικά ακατάλληλη. Η οικονομία βρίσκεται υπό πίεση, οι διεθνείς εξελίξεις είναι απρόβλεπτες και η χώρα καλείται να διαχειριστεί πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα. Μια εκλογική διαδικασία σε αυτό το περιβάλλον θα ενίσχυε την αβεβαιότητα και θα υπονόμευε τη σταθερότητα.
Τρίτον, και ίσως πιο κρίσιμο, μια εκλογική αναμέτρηση θα μετατόπιζε την ατζέντα εκεί όπου η κυβέρνηση είναι πιο ευάλωτη. Από τη διαχείριση της κρίσης –όπου εμφανίζεται ισχυρή– στον απολογισμό –όπου κυριαρχούν τα Τέμπη και οι υποκλοπές. Δηλαδή, θα επέλεγε συνειδητά το πιο δύσκολο πεδίο.
Κάπως έτσι, τίθεται ένα βαθύ ερώτημα, που δεν είναι πολιτικό, στέκει πέρα από κάθε έννοια θεσμικότητας, μακριά από κάθε πολιτικό αιφνιδιασμό ή τακτικισμό: με όλα αυτά γύρω μας, τώρα, ποιος ανόητος ή, έστω, πολιτικά ολίγιστος, θέλει πρόωρες εκλογές; Προσωπικά, γνωρίζω αρκετούς και αυτό δεν μπορεί παρά να με ανησυχεί. Οπως το ίδιο συνέβη και με το ακόλουθο: «Η επιλογή σας είναι να κάνετε κυβέρνηση ηττημένων με Τσίπρα και Κωνσταντοπούλου», είπε ο Κωστής Χατζηδάκης απαντώντας στο αίτημα για πρόωρες εκλογές του Νίκου Ανδρουλάκη από τη Βουλή. «Αυτά τα σενάρια κυκλοφορούσαν και στις εκλογές του 2023 και δεν πήγαν πολύ καλά», σημείωσε ο κ. Χατζηδάκης και πρόσθεσε: «Ζητάτε εκλογές πριν το Πάσχα και μου θυμίσατε το αρνί που εύχεται να έρθει το Πάσχα. Εδώ είμαστε. Καμιά φορά τα αιτήματα γίνονται δεκτά», τόνισε ο ίδιος. Επειτα από όλα αυτά, μου βγαίνει ένα βαθύ δημοσιογραφικό σχόλιο: Ωχ…
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.