Η στρατιωτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν δεν αποτελεί απλώς ακόμη μια κρίση στη Μέση Ανατολή. Η εξέλιξη της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά σοκ της δεκαετίας, ιδίως αν επηρεαστούν οι ενεργειακές ροές από μια περιοχή που παραμένει η καρδιά της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα επικρατήσει στρατιωτικά. Είναι, κυρίως, πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος. Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στους Financial Times ο επικεφαλής οικονομικός σχολιαστής Μάρτιν Γουλφ, η εκτίμηση των οικονομικών συνεπειών εξαρτάται από το χρονικό βάθος της σύγκρουσης. Μια σύντομη, περιορισμένη σύρραξη μπορεί να προκαλέσει πρόσκαιρες αναταράξεις στις αγορές. Ένας πόλεμος που θα συνεχιστεί έως το 2027, όμως, θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια οικονομία.
Η μεγαλύτερη απειλή αφορά φυσικά την ενέργεια. Ο Περσικός Κόλπος παραμένει ο σημαντικότερος κόμβος εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο. Εάν οι συγκρούσεις πλήξουν τις υποδομές ή περιορίσουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, η προσφορά ενέργειας θα μπορούσε να μειωθεί δραστικά. Αναλύσεις που επικαλούνται οι Financial Times δείχνουν ότι ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη διακοπή της παραγωγής θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλειες σημαντικού μέρους των παγκόσμιων εξαγωγών ενέργειας. Σε ένα ακραίο σενάριο, η ζημιά σε βασικές εγκαταστάσεις θα μπορούσε να περιορίσει την προσφορά κατά σχεδόν 9% παγκοσμίως. Αυτό θα είχε δραματικές συνέπειες στις τιμές. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το πετρέλαιο θα μπορούσε να εκτοξευθεί έως και τα 150 δολάρια το βαρέλι – με σχετική αισιοδοξία, εννοείται. Ταυτόχρονα, το φυσικό αέριο στην Ευρώπη θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 120 ευρώ. Πρόκειται για επίπεδα τιμών που θα προκαλούσαν νέο κύμα πληθωρισμού, ακριβώς τη στιγμή που πολλές οικονομίες προσπαθούν ακόμη να ξεπεράσουν την κρίση κόστους ζωής της προηγούμενης διετίας. Η επίδραση στον πληθωρισμό θα ήταν άμεση. Η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή κόστους για σχεδόν κάθε οικονομική δραστηριότητα – από τη μεταφορά και τη βιομηχανία έως την παραγωγή τροφίμων. Η αύξηση των τιμών θα περνούσε γρήγορα στην καθημερινότητα των καταναλωτών, πιέζοντας τα εισοδήματα και μειώνοντας την κατανάλωση.
Παράλληλα, η ανάπτυξη θα επιβραδυνόταν. Οι επιχειρήσεις θα αντιμετώπιζαν υψηλότερο ενεργειακό κόστος και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Οι επενδύσεις θα περιορίζονταν και οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής στήριξης και στον κίνδυνο αύξησης του δημόσιου χρέους.
Οι φτωχότερες χώρες θα επηρεάζονταν περισσότερο. Οι οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας θα αντιμετώπιζαν αυξημένες πιέσεις στο ισοζύγιο πληρωμών και στο κόστος ζωής. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνική και πολιτική αστάθεια.
Ακόμη και στις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι επιπτώσεις θα ήταν σημαντικές. Το κόστος ζωής αποτελεί ήδη ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά ζητήματα. Μια νέα ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει τον πολιτικό λαϊκισμό και να επηρεάσει τις εκλογικές ισορροπίες σε πολλές χώρες.
Ωστόσο, ορισμένοι οικονομολόγοι θεωρούν ότι οι σύγχρονες οικονομίες είναι καλύτερα προετοιμασμένες σε σχέση με τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, όταν τα πετρελαϊκά σοκ προκάλεσαν βαθιές υφέσεις. Όπως έχει επισημάνει ο Πολ Κρούγκμαν, οι οικονομίες σήμερα χρησιμοποιούν σημαντικά λιγότερο πετρέλαιο ανά μονάδα παραγωγής. Αυτό μειώνει κάπως την ένταση των επιπτώσεων. Ταυτόχρονα, η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία έδειξε ότι η Ευρώπη μπορεί να προσαρμοστεί ταχύτερα από ό,τι πολλοί ανέμεναν. Οι αγορές ενέργειας αναδιαρθρώθηκαν, νέες πηγές προμήθειας δημιουργήθηκαν και η κατανάλωση περιορίστηκε.
Παρά τις θετικές αυτές ενδείξεις, ένας πόλεμος που θα κρατούσε έως το 2027 θα άφηνε βαθύ αποτύπωμα. Κάπως έτσι, οι χώρες θα πρέπει να επιταχύνουν τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα και τις γεωπολιτικές κρίσεις. Και οι κεντρικές τράπεζες θα χρειαστεί να παραμείνουν σε εγρήγορση, ώστε να αποτρέψουν τη μετάδοση των ενεργειακών αυξήσεων σε ευρύτερο πληθωρισμό. Και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επανασχεδιάσουν τα συστήματα στήριξης, δίνοντας προτεραιότητα στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο. Πόσο εύκολο είναι να γίνει αυτό; Οποιος έχει την απάντηση, να σηκώσει το χέρι του.
Αλλωστε, το σημαντικότερο δίδαγμα είναι πολιτικό. Η Ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου. Και όταν αυτό συμβαίνει, οι οικονομικές συνέπειες μπορεί να αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερες από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν. Αν η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο παραταθεί έως το 2027, δεν θα πρόκειται απλώς για μια περιφερειακή κρίση. Θα είναι μια δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία, για την ενεργειακή ασφάλεια και για τη γεωπολιτική σταθερότητα του 21ου αιώνα. Θα μπορέσει να αντέξει ο πλανήτης; Και σε αυτή την ερώτηση, παρακαλώ να απαντήσει όποιος ξέρει την απάντηση…
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.