Η μόνιμη απάντηση που δίνει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στις πιέσεις για άσκηση μιας πιο φιλολαϊκής πολιτικής είναι «θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά μέσα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής σταθερότητας».
Ποιο είναι αυτό το πλαίσιο; Οι κανόνες για το έλλειμμα και το χρέος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Βεβαίως, αυτή η κυβέρνηση δείχνει έναν μικροαστικό καθωσπρεπισμό έναντι της Ε.Ε., είναι η πιο επιμελής στην τήρηση των κανόνων, ενώ θα μπορούσε να ακολουθήσει κάπως πιο χαλαρές πολιτικές χωρίς να παρακάμψει τους κανόνες. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι και κάθε άλλη ελληνική κυβέρνηση μικρά περιθώρια χαλάρωσης θα είχε – και αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα αντίστοιχα προβλήματα και οι άλλες ευρωπαϊκές ηγεσίες.
Καμία κυβέρνηση της Ε.Ε. δεν ικανοποιεί αυτή τη στιγμή τους πολίτες της. Οι μαζικές και βίαιες διαμαρτυρίες στις χώρες της Ευρώπης και η άνοδος των ακραίων λαϊκίστικων και ακροδεξιών κομμάτων είναι η αντίδραση των ψηφοφόρων στα προβλήματα. Αιτίες είναι η ακρίβεια, η έλλειψη προοπτικής για τους νέους και οι πολύ μεγάλες οικονομικές ανισότητες.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δυστυχώς βρίσκεται σε πάρα πολύ κρίσιμο σημείο, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τις πολλές κρίσεις που εκδηλώνονται ταυτόχρονα αυτή τη στιγμή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η αύξηση των αμυντικών δαπανών, η πράσινη ανάπτυξη και η ενεργειακή ανεξαρτησία, η ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός, το Στεγαστικό, η αβεβαιότητα για τις θέσεις εργασίας από την Τεχνητή Νοημοσύνη, το Μεταναστευτικό είναι προβλήματα που λειτουργούν ταυτόχρονα και που αναμένεται ότι το 2027 θα φτάσουν σε κορύφωση. Την ίδια στιγμή, το 2027, πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν εκλογές και σε όλες, τα λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα παρουσιάζουν μεγάλη δημοσκοπική άνοδο.
Τα κόμματα αυτά, χωρίς να ξεκαθαρίζουν συγκεκριμένα ποιες πολιτικές θα ακολουθήσουν και πώς θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, προσελκύουν τεράστιους αριθμούς δυσαρεστημένων από τις κυβερνήσεις ψηφοφόρων. Οι ψηφοφόροι θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα και επιλέγουν ακόμη και αυταρχικά κόμματα, σε μια απελπισμένη προσπάθεια βελτίωσης της ζωής τους.
Οποια και αν είναι τα συνθήματα στις διαδηλώσεις, στο Παρίσι, στο Μιλάνο, στη Μαδρίτη, στο Βέλγιο, στην Αθήνα, παντού, το κυρίως ζητούμενο είναι ένα: η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των πολιτών.
Κι ενώ αυτό είναι σαφέστατο και οι κυβερνήσεις το αντιλαμβάνονται, οι πολιτικοί ηγέτες όλων των χωρών αδυνατούν να ικανοποιήσουν τους ψηφοφόρους τους.
Γιατί; Διότι δεσμεύονται όλοι ανεξαιρέτως από τους ευρωπαικούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι είναι ανελαστικοί σε βαθμό που καταντούν ασφυκτικοί για τους Ευρωπαίους. Οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, που βρίσκονται στο κέντρο όλων των προβλημάτων, δεν επιτρέπουν στις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν ανεξάρτητη οικονομική πολιτική, παρόλο που αυτή μπορεί να είναι όχι μόνο αναγκαία για την πολιτική επιβίωση των κυβερνήσεων, αλλά και για τις ανάγκες κάθε εθνικής οικονομίας.
Ο Ευρωπαίος πολίτης δεν βρίσκεται στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Δεν αξιολογείται, ούτε καν αναφέρεται σε καμία ευρωπαϊκή συνθήκη, κάποιος δείκτης ευημερίας των πολιτών ως κριτήριο επιτυχίας, ούτε της ευρωπαϊκής πολιτικής, ούτε των εθνικών πολιτικών κάθε χώρας.
Ολοι οι δείκτες αποσκοπούν στην ικανοποίηση των διεθνών αγορών, οι οποίες χρηματοδοτούν τα πάντα. Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα ως ποσοστό του ΑΕΠ, αυτοί είναι οι δύο δείκτες που κρίνουν την οικονομία κάθε χώρας. Κι ενώ η Ευρώπη αποφάσισε πριν από δεκαετίες να επιδιώξει τη σύγκλιση αυτών των δεικτών σε συγκεκριμένο εύρος, ώστε να καταστεί εφικτή η ενοποίηση των οικονομιών, αυτό ποτέ δεν συνέβη. Η ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ενοποίηση δεν συζητιούνται πλέον. Η Ευρώπη είναι απλώς και μόνο μια νομισματική ένωση και η πολιτική της καθορίζεται από μια πανίσχυρη γραφειοκρατία η οποία αδιαφορεί επιδεικτικά για τα προβλήματα των πολιτών της.
Και ενώ η Κομισιόν δεν επιτρέπει την αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους, επιβάλλει πολιτικές που αυξάνουν αλματωδώς το κόστος ζωής αλλά και παραγωγής στην Ευρώπη. Θέτει στόχους υπερβολικούς και επιβάλλει την υλοποίησή τους, αδιαφορώντας για το κόστος που θα πληρώσουν οι φορολογούμενοι.
Οι «αντισυστημικοί»
Η ακρίβεια στις ευρωπαϊκές χώρες χτυπάει κόκκινο και ζορίζει ακόμη και όσους έχουν υψηλά εισοδήματα.
Για τον Ελληνα καταναλωτή η κατάσταση είναι απελπιστική. Αντιμετωπίζει αλματώδη ακρίβεια έχοντας ταυτόχρονα τα χαμηλότερα εισοδήματα μεταξύ των Ευρωπαίων. Το κόστος ζωής εκτοξεύτηκε, το επίπεδο διαβίωσης χειροτέρεψε.
Την ίδια στιγμή, εκδηλώνεται το στεγαστικό πρόβλημα, με τους νέους να μην αντέχουν να νοικιάσουν ένα έστω και ελάχιστο διαμέρισμα, η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει αρχίσει ήδη να αφαιρεί θέσεις εργασίας και ο ρυθμός εξαφάνισης πολλών επαγγελμάτων θα επιταχύνεται τα επόμενα χρόνια, οι νέοι δεν μπορούν να φανταστούν ένα ικανοποιητικό μέλλον.
Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να προστατεύσουν τους πολίτες τους ούτε από την ακρίβεια, ούτε από τις τεχνολογικές εξελίξεις, αφενός διότι είναι δεσμευμένες από τους ασφυκτικούς ευρωπαϊκούς κανόνες, αφετέρου επειδή οι ίδιοι οι «συστημικοί» πολιτικοί πιστεύουν στην ορθότητα του «συστήματος», στην περίπτωση της Ε.Ε., δηλαδή, στην ορθότητα των ασφυκτικών κανόνων λειτουργίας των ευρωπαϊκών οικονομιών.
Ενας «συστημικός» ηγέτης δεν μπορεί να παρακάμψει τους κανόνες. Οι «αντισυστημικοί» ψηφοφόροι πιστεύουν ότι οι ακραίοι και οι λαϊκιστές θα τους παρακάμψουν και γι’ αυτό τους ψηφίζουν.
Αυτό δεν έχει συμβεί στην πράξη μέχρι στιγμής, ούτε όταν δοκιμάστηκαν αντισυστημικές κυβερνήσεις, όπως παρουσιαζόταν στην Ελλάδα η κυβέρνηση Τσίπρα. Δεν αποκλείεται, όμως, να συμβεί αν επικρατήσουν ταυτόχρονα σε αρκετές μεγάλες χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία που έχουν εκλογές μέσα στο 2027, ακροδεξιοί κυβερνητικοί σχηματισμοί που σήμερα είναι ισχυροί δημοσκοπικά.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θα είναι η ίδια σε αυτή την περίπτωση και θα υπάρξουν σοβαροί κλυδωνισμοί στις οικονομίες, αν οι νέες ηγεσίες αρχίσουν να πειραματίζονται. Οχι επειδή το πείραμα θα αποτύχει, αλλά επειδή οι αγορές που κρίνουν τα πάντα θα αλλάξουν τη στάση τους έναντι των ευρωπαϊκών χωρών.
Τίποτα δεν διασφαλίζει ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν σε αυτή την περίπτωση, ούτε για τις οικονομίες, ούτε για τους πολίτες.
Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, στις δημοσκοπήσεις, οι Ευρωπαίοι είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν με τους αντισυστημικούς, αφού θεωρούν ότι οι σημερινές «συστημικές» ηγεσίες αδυνατούν να λύσουν τα προβλήματά τους.