Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Πίσω από τα οδοφράγματα του πολέμου και των επάλληλων προβλημάτων που δημιουργεί (και) εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τέθηκε πρόσφατα ένα έμμεσο αλλά σημαντικό ζήτημα: η σχέση κρίσεων, που δεν μπορούν να προβλεφθούν αλλά που είναι πλέον μόνιμες, και συνοχής, που αποτελεί έναν από τους βασικούς, και απτούς, στόχους της Ένωσης.

«Τα κονδύλια για τη συνοχή, που προορίζονται για μακροπρόθεσμες επενδύσεις στις λιγότερο πλούσιες περιοχές της Ένωσης, δεν θα πρέπει να ”σκοτωθούν” από απρόβλεπτες κρίσεις», είπε, κάνοντας ένα αμφίβολης λεπτότητας λογοπαίγνιο, η υπεύθυνη Επίτροπος, και πρώην συνάδελφός μου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Ελίζα Φερέιρα. Αφορμή για τη δήλωση-αποκάλυψη στάθηκε η προ ημερών ανακοίνωση της Επιτροπής, δια της Προέδρου της, ότι 40 δισεκατομμύρια ευρώ από το σύνολο των προοριζόμενων για τη συνοχή κονδυλίων εντός του επταετούς προϋπολογισμού της Ένωσης θα «προ-ταμιευθούν» (frontloaded) για να απαλύνουν τον (οικονομικό) πόνο νοικοκυριών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων λόγω αύξησης των τιμών ενέργειας.

Στη λογική της –Γερμανίδας και κεντροδεξιάς- κυρίας φον ντερ Λάιεν, ο ίδιος ο προϋπολογισμός –το ύψος και ο τρόπος συγκρότησης του- δεν χρειάζεται, ή μάλλον δεν πρέπει, να αλλάξει, αρκούν αλλαγές στον χρόνο και την κατεύθυνση απόδοσης των κονδυλίων. Στη λογική της –Πορτογαλίδας και σοσιαλίστριας- κυρίας Φερέιρα, η ανάδειξη των κρίσεων ως δομικού φαινομένου και η σημασία όχι μόνο διατήρησης αλλά αύξησης της κοινωνικής συνοχής, επιβάλλουν στην Ένωση να «ξαναδεί» σφαιρικά τον προϋπολογισμό της. Που σημαίνει –η Επίτροπος δεν το είπε, αλλά δεν μπορούσε να εννοεί τίποτε άλλο- να τον μεγαλώσει και να τον διαφοροποιήσει.

Έγραφα ενόψει της θέσης σε εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας: «Όπως έχουν σήμερα (το 2009) τα πράγματα, ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισοδυναμεί με τις συνολικές δαπάνες της Αυστρίας, τις μισές της Ολλανδίας, έξι φορές λιγότερες από αυτές της Ιταλίας, εννιά από της Γαλλίας και δέκα από της Γερμανίας» (σήμερα, λόγω της πανδημίας και της δημιουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης, τα νούμερα του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού είναι ελαφρώς αυξημένα, αλλά πάλι μετά βίας ξεπερνά το 1% του συνολικού «κοινοτικού ΑΕΠ»).

Και συνέχιζα: «Εάν η ΕΕ επιθυμεί να πραγματώσει τους νέους στόχους που θέτουν οι νέες (τότε) Συνθήκες (δικαιοσύνη, ασφάλεια, εξωτερική και αμυντική πολιτική, ενίσχυση του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου»), να δημιουργήσει μηχανισμούς μακρο-οικονομικής σταθεροποίησης (ιδίως σε περιόδους που οι οικονομικές κρίσεις είναι πιθανόν να αποτελούν μάλλον κυκλικά παρά εξαιρετικά φαινόμενα) και να εστιάσει σε πολιτικές οικονομικής και κοινωνικής συνοχής (ακριβώς για δομική αντιμετώπιση των κρίσεων, αλλά και για επανανομιμοποίηση του φθίνοντος πολιτικού σχεδίου της), στοιχειώδης προϋπόθεση είναι διαθέσιμοι πόροι, που, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, κυμαίνονται ανάμεσα στο 3% και 5% του «κοινοτικού ΑΕΠ» («Οδηγός για Λισαβόνα», σελ. 132). Αν αυτά ίσχυαν το 2009, το 2022, μετά τη χρηματοπιστωτική, την πανδημική, την πολεμική και την ενεργειακή κρίση, έχουν καταστεί παραπάνω από αυτονόητα.

Κι όμως η Επιτροπή και, κυρίως, πολλές χώρες εντός του Συμβουλίου (με πρώτη σε μέγεθος τη Γερμανία, αλλά πρώτη σε πείσμα την Ολλανδία, που μπορεί να έβαλε σε άλλα νερό στο κρασί της, όχι όμως στο μέγεθος του προϋπολογισμού), αντιστέκονται λυσσαλέα: δεν μιλούν για «ισοσκελισμένο» προϋπολογισμό, που θα είχε κάποιο οικονομικό και παιδευτικό νόημα, αλλά για μικρό, συνειδητά ανεπαρκή, κοινό προϋπολογισμό, κάτι που δεν έχει παρά μόνο ιδεολογικό, ή μάλλον ιδεοληπτικό, υπόβαθρο.

Δεν διαπραγματεύονται το πόσο θα πρέπει να αυξηθεί και ποιες πρέπει να είναι οι ενόψει των συνθηκών προτεραιότητες, αλλά αρνούνται την ίδια τη συζήτηση.

Ωστόσο η άρνηση να αντιμετωπιστεί σφαιρικά ένα από τα πιο βασικά εργαλεία άσκησης πολιτικής –οι διαθέσιμοι πόροι- εκθέτει τους επιμένοντες, αλλά δυστυχώς αδυνατίζει συνολικά και την Ένωση, από τρεις τουλάχιστον απόψεις:

α) δεν της επιτρέπει να ενισχύσει τις κοινές πρωτοβουλίες και τις κοινές πολιτικές (τύπου Ταμείου Ανάκαμψης), που, μόνον αυτές, μπορούν να αποβούν αποτελεσματικές σε περιόδους μεγάλων δυσκολιών, όπως αυτή που, δέκα χρόνια τώρα, διασχίζουμε, αλλά και ανάγκης δομικών αλλαγών, στην οποία ανυπερθέτως έχουμε εισέλθει,

β) αυξάνει το αίσθημα, χωρών και πολιτών, ότι ο καθένας είναι μόνος του και πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος του και, άρα, ότι η σωστή στάση είναι αυτή της Γερμανίας –επιδοτώ τους δικούς μου πολίτες και επιχειρηματίες από τα αποθέματα μου- και όχι «η ισχύς εν της ενώσει» που ζητά η πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών και των επιχειρηματιών,

γ) αδυνατίζει την αποτελεσματικότητα μέτρων όπως η «ρήτρα του κράτους δικαίου» (για παρακράτηση πόρων από χώρες, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, που παραβαίνουν δημοκρατικές αρχές της Ένωσης) και γενικώς φέρνει νερό στο μύλο των απανταχού λαϊκιστών και αντι-ευρωπαϊστών: «αφού η Ένωση δεν έχει, ή δεν δίνει, χρήματα, ας ξαναγυρίσουμε στα κράτη-έθνη».

Από την εποχή του Ζαν Μονέ κυκλοφορεί το θέσφατο ότι «η Ένωση προχωρεί μέσα από τις κρίσεις». Καιρός να γίνει πράξη για τον προϋπολογισμό, δηλαδή για την έμπρακτη αλληλεγγύη.