Βρισκόμαστε έναν χρόνο πριν από τις εκλογές και ο πολιτικός κόσμος βρίσκεται σε παράκρουση. Το παράδοξο είναι ότι δεν βλέπουμε μια μάχη μεταξύ των κομμάτων για τη διεκδίκηση της εξουσίας, αλλά πολλές μάχες μεταξύ βουλευτών μέσα στα ίδια τα κόμματα – τόσο στα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, δηλαδή Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, όσο και σε όλους τους άλλους πολιτικούς χώρους που διεκδικούν μια θέση στη Βουλή.
Στο ΠΑΣΟΚ η εσωτερική μάχη είναι μακροχρόνια -δεν σταμάτησε ποτέ μετά τις εσωκομματικές εκλογές- και σχετίζεται με τα χαμηλά ποσοστά του κόμματος στις δημοσκοπήσεις. Και ενώ ως αιτία της εσωτερικής διαμάχης προβάλλεται η χαμηλή επίδοση της ηγεσίας του, ταυτόχρονα η μάχη αυτή καθηλώνει τα ποσοστά του κόμματος και απογοητεύει τους ψηφοφόρους του. Διότι αντί να δουν ένα ενιαίο μέτωπο για τη διεκδίκηση της εξουσίας, βλέπουν τα κορυφαία στελέχη του κόμματος να πολεμούν μεταξύ τους. Η συσπείρωση είναι ιδιαίτερα χαμηλή και ενώ αναμένεται ότι θα υπάρξουν εντάσεις στο συνέδριο, δεν διαφαίνεται καμία πιθανότητα εξελίξεων που θα αφορούν την ηγεσία του. Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν μάλλον θα βολοδέρνει σε χαμηλά ποσοστά και τα στελέχη του θα διαγκωνίζονται για την ηγεσία ενός καταρρέοντος κόμματος εξουσίας, δηλαδή για ένα τρόπαιο αμφιβόλου αξίας.
Από την άλλη, στη Νέα Δημοκρατία οι εσωκομματικές μάχες ξεπερνούν το παρόν και επεκτείνονται στο παρελθόν και στο μέλλον. Οι πρώην πρωθυπουργοί Σαμαράς και Καραμανλής είναι σαφέστατα απέναντι στον Κυριάκο Μηστοτάκη και δεν χάνουν ευκαιρία να στηλιτεύσουν τις πολιτικές του ιδίως στα εθνικά θέματα και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν την οικονομία. Το παρελθόν λοιπόν επιτίθεται στον Μητσοτάκη και ταυτόχρονα εκδηλώνονται, σχεδόν δημοσίως, διαθέσεις από τους διεκδικητές της διαδοχής του. Μιας διαδοχής η οποία δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα γίνει πραγματικότητα, αφού ο Μητσοτάκης συνεχίζει να είναι ο κυρίαρχος του πολιτικού σκηνικού όπως αποδεικνύεται από τις δημοσκοπήσεις. Τα ποσοστά της Ν.Δ. πέφτουν, αλλά παραμένουν πολύ ψηλότερα από αυτά όλων των άλλων κομμάτων και δεν εμφανίζεται προς το παρόν μια τάση επιτάχυνσης της πτώσης των ποσοστών της κυβέρνησης ή ταχείας ανόδου των ποσοστών ενός άλλου κόμματος που θα μπορούσε να διεκδικήσει την εξουσία.
Οι πολιτικοί αναλυτές και οι ηγέτες του επιχειρηματικού κόσμου εκτιμούν ότι δεν θα υπάρξει αυτοδυναμία στις εκλογές, ούτε συνεργασία μεταξύ των κομμάτων μετά την Κυριακή των πρώτων εκλογών, και ότι θα γίνουν σίγουρα δεύτερες εκλογές, ενδεχομένως και τρίτες. Οι πιο κυνικοί θεωρούν ότι στα διαστήματα μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων θα υπάρξουν «αποστασίες» βουλευτών από πολλά κόμματα, έναντι υποσχέσεων και ανταλλαγμάτων, προκειμένου να σχηματιστεί κοινοβουλευτική πλειοψηφία και κυβέρνηση, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιοι για το ποιος θα ηγείται αυτής της παράξενης κυβέρνησης, η οποία δεν θα είναι πολυκομματική, αλλά θα στηρίζεται από βουλευτές διαφόρων κομμάτων. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι υπό τις παρούσες συνθήκες κανένας πολιτικός αρχηγός δεν ελέγχει το κόμμα του και ότι όλοι οι βουλευτές είναι διαθέσιμοι, ανεξαρτήτως κόμματος και ιδεολογίας, να στηρίξουν ένα κυβερνητικό σχήμα ακόμη κι αν το κόμμα τους δεν είναι πρόθυμο να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας.
Η εικόνα βέβαια από τις δημοσκοπήσεις δεν είναι ακόμη σαφής, ούτε αντιπροσωπευτική του τι ακριβώς θα συμβεί στις εκλογές, αφού ούτε η κυρία Καρυστιανού, ούτε ο κ. Τσίπρας έχουν ακόμη ιδρύσει τα κόμματα που αναμένεται να ιδρύσουν ώστε να μετρηθούν πραγματικά. Τα δύο αυτά κυοφορούμενα κόμματα εμφανίζονται στις δημοσκοπήσεις να συγκεντρώνουν μεγάλο ποσοστό των ψήφων, αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο όσο δεν υπάρχουν. Οι δημοσκοπήσεις δηλαδή αυτή τη στιγμή είναι θεωρητικές και δεν αποτυπώνουν την πραγματικότητα.
Αν υπάρξουν τελικά αυτά τα κόμματα, ενδέχεται να φέρουν μεγάλες αλλαγές στα ποσοστά όχι μόνο των δύο παραδοσιακών μονομάχων, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, αλλά και σε όλα τα μικρότερα κόμματα. Δεν ξέρουμε δηλαδή τι επίπτωση θα έχει η ίδρυση κόμματος από τον κ. Τσίπρα στα κόμματα του αριστερού χώρου (ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, Πλεύση Ελευθερίας, ΜέΡΑ25) και πώς θα κινηθούν οι διάσπαρτοι αριστεροί ψηφοφόροι, ούτε ποια θα είναι η επίδραση στον χώρο του ΠΑΣΟΚ, στο οποίο ούτως ή άλλως εκδηλώνονται έντονα αριστερές τάσεις – και μάλιστα από δημοφιλή και ισχυρά πολιτικά στελέχη του. Ούτε είναι μετρήσιμη η επίδραση που θα έχει η ίδρυση ενός κόμματος από την κυρία Καρυστιανού δεξιά και αριστερά. Ενώ διαφαίνεται ότι η τελευταία απευθύνεται κυρίως στον χώρο της Δεξιάς και σε μεγάλο μέρος της Ακροδεξιάς, ταυτόχρονα δεν αποκλείεται ότι θα αποσπάσει ψηφοφόρους και από τον χώρο του Κέντρου και ίσως κάποιους, λίγους έστω, αριστερούς ψηφοφόρους. Ούτε είναι κανείς σε θέση να προβλέψει βάσιμα και τεκμηριωμένα τι θα ψηφίσουν τελικά οι ψηφοφόροι του Βελόπουλου και της Κωνσταντοπούλου, που και οι δύο εμφανίζονται ισχυροί τώρα στις δημοσκοπήσεις, αν τελικά ιδρυθούν τα κόμματα της Καρυστιανού και του Τσίπρα.
Με λίγα λόγια, το πολιτικό σκηνικό είναι πιο ρευστό από κάθε άλλη φορά και το ποιοι θα κατέβουν στις εκλογές είναι ακόμη άγνωστο, όπως είναι άγνωστο και αν θα υπάρξουν συνεργασίες, τι μορφή θα έχουν, αν θα είναι κεντρικές κομματικές συνεργασίες ή μετακινήσεις βουλευτών και στελεχών μεταξύ των κομμάτων.
Το ένα έτος που απομένει μέχρι τις εκλογές είναι, όπως έχει δείξει η Ιστορία, πολύ μεγάλο διάστημα στον πολιτικό χρόνο: πολλά μπορεί να συμβούν, οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τους ψηφοφόρους δεν είναι μόνο η οικονομία -που ασφαλώς παραμένει αυτή τη στιγμή ο καθοριστικότερος παράγοντας για την απόφαση ψήφου-, αλλά μπορεί να εμφανιστούν και άλλοι ισχυροί παράγοντες, όπως τα σκάνδαλα διαφθοράς ή οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μεσόγειο – Μέση Ανατολή και στο μέτωπο της Ουκρανίας, ή και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Λόγω αυτής της ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού, όλες οι υποθέσεις σχετικά με το ποιος θα είναι ο νικητής στις εκλογές και με τι ποσοστό, αν θα μπορεί να κάνει κυβέρνηση, με ποιες συνεργασίες θα την κάνει και ποιοι θα ηγούνται οποιασδήποτε κυβέρνησης συνεργασίας είναι εντελώς ατεκμηρίωτες ελλείψει πραγματικών δεδομένων.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.