Αντιμέτωπη με άλλη μια εισαγόμενη κρίση η ελληνική οικονομία, καλείται για άλλη μια φορά να αποδείξει την ανθεκτικότητά της. Κυρίως όμως να προστατευθεί όσο γίνεται η κοινωνία από το αναπότρεπτο νέο κύμα ακρίβειας που έρχεται εξ αιτίας των ενεργειακών προϊόντων που επηρεάζονται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Ήδη με την έναρξη των βομβαρδισμών η τιμή πετρελαίου, ξεπέρασε το 83 δολάρια ενώ το φυσικό αέριο στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ αυξήθηκε πάνω από 50% στη χονδρική. Κι αυτό χωρίς να τίθεται θέμα επάρκειας επί του παρόντος. Ανησυχητικό όμως είναι το γεγονός πως μέσα σε λίγες μέρες εκτοξεύτηκαν σε πρωτοφανή ύψη, οι ναύλοι στη μεταφορά πετρελαίου μετά τον περιορισμό στην κίνηση πετρελαιοφόρων στον Περσικό κόλπο λόγω των κινδύνων διέλευσης από τα στενά του Ορμούζ που δεν αναλαμβάνουν να ασφαλίσουν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Αυτό το αυξημένο κόστος μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου από τις παραγωγές χώρες του Κόλπου, σύντομα θα μετακυληθεί στην τελική των προϊόντων. Η τελική επιβάρυνση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου. Το απαισιόδοξο σενάριο μάλιστα των διεθνών αναλυτών κάνει λόγο ακόμα και για πετρέλαιο στα 120 δολάρια λόγω των δυσκολιών μεταφοράς και όχι γιατί δεν υπάρχει προσφορά!

Όλα αυτά όμως στα καθ’ ημάς, μεταφράζονται σε άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητά μας. Δεν είναι κάτι αφηρημένο γιατί αφορά στην τσέπη του νοικοκυριού. Και το γεγονός πως η ακρίβεια και η μειωμένη αγοραστική δύναμη μεγάλης μερίδας του πληθυσμού που προϋπήρχε της έναρξης του πολέμου, έρχονται τώρα οι δυσμενείς διεθνείς εξελίξεις και προσθέτουν επιπρόσθετα βάρη. Και δεν ξέρω αν οι έλεγχοι που έχουν ξεκινήσει από την πρώτη μέρα στην αγορά τόσο των καυσίμων όσο και στα ράφια των σούπερ μάρκετς μπορούν να αντιστρέψουν την κατάσταση. Να εντοπίσουν κάποιους που επιχειρούν αισχροκέρδεια μέσα στην αναμπουμπούλα ναι, αλλά όχι να ανακόψουν τις αυξήσεις που προκύπτουν από τα πραγματικά κόστη. Ο κεντρικός τραπεζίτης κρούει τον κώδωνα κινδύνου για ενίσχυση του πληθωρισμού, όχι μόνο στη χώρα μας που κινείται μονίμως πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, αλλά για όλη την Ευρώπη.

Η κυβέρνηση δηλώνει έτοιμη αν χρειαστεί κι αν ξεφύγει η κατάσταση με μακρά παράταση του πολέμου, να πάρει μέτρα ανάλογα με αυτά που είχε πάρει το 2022 με την τότε ενεργειακή κρίση, προκειμένου να στηρίξει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις που στηρίζουν την παραγωγή τους στην ενέργεια. Δεν γνωρίζω πόσες δυνατότητες υπάρχουν για άσκηση εθνικής οικονομικής πολιτικής με επιδοτήσεις ή αν απαιτείται μια συντονισμένη προσπάθεια σε επίπεδο ΕΕ, αλλά το βέβαιο είναι πως αν απαιτηθεί κάτι τέτοιο, ανατρέπονται οι κυβερνητικοί σχεδιασμοί για παροχές στο υπόλοιπο της θητείας της.

Μακάρι να τελειώσει σύντομα η πολεμική σύρραξη, να μη χρειαστούν έκτακτα μέτρα στήριξης και οι όποιες επιπτώσεις να είναι αντιμετωπίσιμες.

Πάντως, οφείλουμε να ομολογήσουμε πως τούτη η κυβέρνηση έχει αποδείξει πως, στα δύσκολα και στις κρίσεις -που δεν ήταν και λίγες στη θητεία της- τα καταφέρνει καλύτερα απ’ ό,τι στις ήρεμες περιόδους. Ελπίζω να μη μας διαψεύσει αυτή τη φορά.

Επί του παρόντος, οι επιπτώσεις είναι ελεγχόμενες αλλά σε καμιά περίπτωση δεν προδικάζεται πως όλα θα κυλήσουν με τον ίδιο τρόπο αν συνεχιστεί επί μακρόν η κρίση.

Οι μέχρι τώρα αυξήσεις στα ράφια είναι μικρές, όπως και στα καύσιμα στην αντλία. Η τουριστική κίνηση δεν φαίνεται με τα σημερινά δεδομένα να επηρεάζεται, αντίθετα, όπως λένε κάποιοι τουριστικοί παράγοντες, δεν αποκλείεται να ενισχυθεί καθώς οι Ευρωπαίοι θα προτιμήσουν έναν κοντινότερο και ασφαλή προορισμό, όπως είναι η Ελλάδα. Μένει να φανεί.

Το δυσάρεστο όμως για την κυβέρνηση είναι πως, το ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης της ακρίβειας και ο σχεδιασμός ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων, είναι πλέον στον αέρα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.