Οσο ο Μητσοτάκης απολαμβάνει την ισχύ του και επαφίεται στην έλλειψη εναλλακτικής πρότασης εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ και όσο ο Ανδρουλάκης και τα άλλα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ κοιμούνται και ξυπνάνε ασχολούμενοι όχι με την πολιτική ενάντια στη Ν.Δ., αλλά με τις εσωκομματικές τους διαμάχες, η χώρα θα βαλτώνει.

Το κλειδί της λύσης βρίσκεται στο ΠΑΣΟΚ. Το οποίο, αν από θαύμα καταφέρει να πείσει ότι αποτελεί εναλλακτική πρόταση για κυβέρνηση, αμέσως θα αναγκάσει και την κυβέρνηση να γίνει πιο ευέλικτη στις πολιτικές της. Βεβαίως υπάρχει και η άλλη οπτική: Εφόσον το ΠΑΣΟΚ δεν συνέρχεται και δεν θέλει να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας με τον Μητσοτάκη, τελικά δεν έχει λόγο ύπαρξης. Το να κερδίσει τις εκλογές ένα κόμμα χωρίς αυτοδυναμία, η Ν.Δ., ενώ η πλειοψηφία των ψηφοφόρων είναι κατακερματισμένη σε πολλά μικρά κόμματα που ούτε να συγκυβερνήσουν μπορούν, ούτε να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση συνεργασίας θέλουν, είναι πρόβλημα για τη χώρα.

Πού οφείλεται αυτό το αδιέξοδο;

Ο πρωθυπουργός θεωρεί ότι έχει την καλύτερη κυβέρνηση που υπήρξε από τη Μεταπολίτευση και μετά. Θεωρεί επίσης ότι το σύστημα διοίκησης που εφαρμόζει μέσω του επιτελικού κράτους είναι το μόνο που μπορεί να έχει αποτελέσματα. Θεωρεί, τέλος, ότι έχει εφαρμόσει μια άριστη οικονομική πολιτική αφού έχει πετύχει μεγάλα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Γι’ αυτούς τους λόγους πιστεύει ότι οι ψηφοφόροι θα τον ψηφίσουν στις εκλογές και θα του δώσουν μία ακόμη θητεία, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι το ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να ανέβει στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, συνεπώς η ψήφος στη Ν.Δ. θα είναι αναγκαστική για να σχηματιστεί κυβέρνηση και να μη βρεθούμε στο «χάος».

Ολα αυτά μαζί τον οδηγούν στη διατήρηση της ίδιας οικονομικής πολιτικής και του ίδιου συστήματος διοίκησης με το επιτελικό κράτος.

Από την άλλη μεριά, όμως, βλέπουμε ότι το επιτελικό κράτος δεν είναι τόσο αποτελεσματικό όσο πιστεύει ο κ. Μητσοτάκης. Δεν κατάφερε, π.χ., να ελέγξει τα σκάνδαλα. Φαγώθηκαν τα λεφτά των αγροτικών επιδοτήσεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ, φαγώθηκαν τα λεφτά της επιμόρφωσης των εργαζομένων, τα δημόσια έργα μπλοκάρονται από καθυστερήσεις του Δημοσίου που οδηγούν σε πάρα πολύ αυξημένο κόστος υπέρ των εργολάβων και κατά του Δημοσίου. Το επιτελικό κράτος δεν κάνει τίποτα γι’ αυτά και κοιτάζει έκπληκτο τη ρεμούλα. Η αίσθηση εκτεταμένης διαφθοράς είναι διάχυτη.

Στα οικονομικά, η κυβέρνηση παίρνει τα εύσημα για τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, αλλά τα νοικοκυριά δεν βγάζουν τον μήνα λόγω της ακρίβειας. Τα καρτέλ έχουν εξοντώσει τον ανταγωνισμό, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις φυτοζωούν, οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών είναι υπερβολικές σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Η εγχώρια παραγωγή όλων των κλάδων, από τον γεωργικό τομέα μέχρι τη μεταποίηση και τη βιομηχανία, είναι ασήμαντη και οι εισαγωγές έχουν ανεβάσει το εμπορικό έλλειμμα στα 30 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα να εξανεμίζεται το έσοδο από τον τουρισμό και να μένει έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ύψους 10 δισ. ευρώ ετησίως.
Ενώ, λοιπόν, η κυβέρνηση θεωρεί ότι αριστεύει στην οικονομική πολιτική και τη διοίκηση, τελικά τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά όσο τα βλέπει ο πρωθυπουργός.

Σε αυτό, όμως, που έχει δίκιο είναι στην πολιτική ανάλυση που κάνει, δηλαδή στη διαπίστωση ότι παίζει χωρίς αντίπαλο. Η κατάσταση στο ΠΑΣΟΚ είναι τραγική. Αντί να ασχολείται με το πώς θα κερδίσει την κυβέρνηση, ασχολείται με τις εσωκομματικές του διαμάχες.

Δεν εκμεταλλεύεται την πτώση της δημοτικότητας της κυβέρνησης, ούτε στην περιφέρεια ούτε στην Αθήνα.

Εναν χρόνο πριν από τις εκλογές, όλοι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε να πηγαινοέρχονται διαρκώς στις εκλογικές τους περιφέρειες, να ακούν τα προβλήματα του κόσμου της περιφέρειας και να ενημερώνουν το κόμμα ώστε να φτιάξει πολιτική που να αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα. Δεν το κάνουν. Ή, εν πάση περιπτώσει, δεν το κάνουν συστηματικά και οργανωμένα.

Η περιφέρεια, όμως, είναι η μισή Ελλάδα κι εκεί το ΠΑΣΟΚ υπερέχει έναντι των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης, γιατί έχει μεγαλύτερη εκπροσώπηση και ιστορικούς δεσμούς. Το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να ανέβει στην περιφέρεια αν το προσπαθούσε συστηματικά.

Οσον αφορά την άλλη μισή Ελλάδα, που είναι η Αθήνα, υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση από τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών. Ομως -και εδώ έχει δίκιο ο κ. Μητσοτάκης- οι ψηφοφόροι νιώθουν εγκλωβισμένοι στο δίλημμα Μητσοτάκης ή χάος, αντί να έχουν το δίλημμα Μητσοτάκης ή ΠΑΣΟΚ. Γιατί; Διότι το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ασχοληθεί συστηματικά για να προσεγγίσει τις μεγάλες κοινωνικές ομάδες που θα του έδιναν αύξηση των ποσοστών του.

Δεν έχει εστιάσει στους χαμηλόμισθους, στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, στους φοιτητές και στους νέους, ούτε στους συνταξιούχους. Μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων αυτών των ομάδων θα μπορούσαν να ψηφίσουν ΠΑΣΟΚ αν το κόμμα έκανε κάτι για να τους προσεγγίσει.

Αν, λοιπόν, το ΠΑΣΟΚ αξιοποιούσε τη δυσαρέσκεια τόσο στην Αθήνα όσο και στην περιφέρεια, θα μπορούσε να πετύχει πολύ υψηλότερα ποσοστά στις εκλογές. Αλλά δεν μπορεί διότι ασχολείται με τα εσωκομματικά του περισσότερο απ’ όσο ασχολείται με τα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Ισως οι μονομάχοι του ΠΑΣΟΚ να μην αντιλαμβάνονται ότι αν το κόμμα τους δεν μπορεί να προσφέρει εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης ώστε να γίνει πόλος έλξης των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων, μπορεί και να μην έχει καν λόγο ύπαρξης.

Οι ελπίδες όλων των δυσαρεστημένων αλλά και των εγκλωβισμένων από τη Ν.Δ. ψηφοφόρων είναι ότι μέχρι τις εκλογές το ΠΑΣΟΚ θα μπορέσει να συσπειρωθεί και να διαμορφώσει προτάσεις και λύσεις που θα το αναδείξουν σε εναλλακτικό πόλο εξουσίας. Υπάρχει χρόνος μέχρι τις εκλογές για να γίνει αυτό το θαύμα.

Ομως τα θαύματα στις μέρες μας είναι σπάνια…