Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη), που ονομάζεται Συμφωνία Mercosur, ουσιαστικά είναι μια εμπορική συμφωνία για την κατάργηση ή μείωση των δασμών στο μεταξύ Ε.Ε. και των χωρών αυτών εμπόριο. Η συμφωνία προκάλεσε πολύ μεγάλες αντιδράσεις στους παραγωγούς αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων της Ευρώπης, οι οποίοι θα υποστούν αυξημένο ανταγωνισμό από τα φθηνότερα προϊόντα της Λατινικής Αμερικής, κυρίως στο μοσχαρίσιο κρέας, στα πουλερικά και στη ζάχαρη. Και αυτά δεν είναι τα μόνα προϊόντα που θα εισάγονται χωρίς δασμούς, η μείωση του κόστους εισαγωγής αφορά όλα τα προϊόντα. Η Ευρώπη θα ωφεληθεί επειδή τα ευρωπαϊκά βιομηχανικά και τεχνολογικά προϊόντα θα φθηνύνουν για τους Λατινοαμερικάνους από την κατάργηση των δασμών με τους οποίους επιβαρύνονται σήμερα.

Παρά το γεγονός ότι έχουν υπάρξει κάποιες προστατευτικές δικλίδες, όπως η Προστασία της Ονομασίας Προέλευσης και η διασφάλιση ότι τα εισαγόμενα από τη Λατινική Αμερική τρόφιμα θα πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές της Ε.Ε., τελικά ευνοούνται κυρίως οι Ευρωπαίοι παραγωγοί βιομηχανικών και τεχνολογικών προϊόντων και πλήττονται οι Ευρωπαίοι παραγωγοί αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή της Ευρώπης έχει μικρή συμμετοχή στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ, αλλά είναι πολιτικά πολύ ευαίσθητο ζήτημα διότι αφορά πολύ κόσμο – και μάλιστα κόσμο που διαθέτει εκτός από πολιτική ισχύ και τα μέσα για να μπλοκάρει δρόμους και να δημιουργήσει ταραχές.

Για τον λόγο αυτό κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες αντέδρασαν στη συμφωνία, την οποία όμως τελικά υπέγραψαν αφού εξασφάλισαν πολλά δισ. ευρώ από την Ε.Ε. για να τα δώσουν ως επιδοτήσεις στους παραγωγούς τους.

Οσον αφορά στην Ελλάδα, τα συμφέροντά μας διαφοροποιούνται από αυτά των Γάλλων και των Ιταλών, αφού -δυστυχώς- η γεωργική μας παραγωγή είναι ασήμαντη. Παράγουμε πλέον λίγα αγροτικά προϊόντα και αυτά που παράγουμε δεν φτάνουν καν για την κάλυψη των εγχώριων αναγκών. Γι’ αυτό αναγκαζόμαστε να εισάγουμε πολλά και από τη Λατινική Αμερική, π.χ. τα λεμόνια Αργεντινής έχουν κατακλύσει εδώ και χρόνια την ελληνική αγορά, όπως και τα κρέατα και πολλά άλλα.

Με την κατάργηση των δασμών η Ελλάδα θα μπορεί να πουλάει σε πιο ανταγωνιστικές τιμές τα δικά της προϊόντα, λάδι, φέτα κ.λπ,. και όσα βιομηχανικά προϊόντα εξάγουμε και να εισάγει φθηνότερα αγροτικά κυρίως προϊόντα, ζάχαρη, καφέ, κρέας κ.ά.

Και ενώ η κυβέρνηση κατάφερε να εισάγει στις λίστες προστασίας κάποια προϊόντα με ονομασία προέλευσης (όχι όλα), δεν διαπραγματεύτηκε για να εισπράξει χρήμα, όπως η κυρία Μελόνι π.χ. που εισέπραξε 40 δισ. από την Ε.Ε. για να δεχτεί να υπογράψει τη συμφωνία. Απλώς υπογράψαμε και πανηγυρίζουμε για την προστασία της ονομασίας προέλευσης της φέτας. ΟΚ, μεγάλη επιτυχία.
Πολλοί πιστεύουν ότι η συμφωνία μάς ευνοεί ή τουλάχιστον δεν μας θίγει αφού είμαστε εισαγωγείς και όχι εξαγωγείς.

Επειδή όμως οι εξαγωγές μας είναι περιορισμένες, το όφελος από αυτές θα είναι κι αυτό περιορισμένο, αλλά μπορεί να αυξηθεί αν γίνουν συντονισμένες προσπάθειες (που συνήθως δεν γίνονται). Ωστόσο θα έχουμε ένα όφελος από τη μείωση των τιμών των εισαγόμενων αγροτικών προϊόντων, τα οποία είναι φθηνότερα από τα ευρωπαϊκά. Θεωρητικά θα πρέπει να φθηνύνουν σημαντικά το μοσχαρίσιο κρέας, ο καφές, η ζάχαρη, οι μπανάνες, για να πούμε μερικά παραδείγματα, αλλά και πολλά άλλα προϊόντα.

Ποιος κερδίζει;

Το ερώτημα είναι για ποιον θα φθηνύνουν. Θα φτάσει στην τσέπη του καταναλωτή το όφελος από την κατάργηση των δασμών ή θα μετατραπεί σε αυξημένο κέρδος για τους εισαγωγείς χονδρεμπόρους και τα σούπερ μάρκετ;

Από τη μακροχρόνια (δυστυχώς) εμπειρία μου, η οποία δεν πιστεύω ότι διαφέρει από την εμπειρία όλων μας, οι τιμές αυτών των προϊόντων δεν θα πέσουν. Οι χονδρέμποροι και τα σούπερ μάρκετ θα αυξήσουν πολύ τα κέρδη τους, θα εισπράξουν εξ ολοκλήρου το όφελος από την κατάργηση των δασμών και ο καταναλωτής θα συνεχίσει να πληρώνει εξίσου ακριβά τον καφέ, τη ζάχαρη, το μοσχαρίσιο κρέας, τα πάντα. Οπως τα πληρώνει πανάκριβα σήμερα, έτσι θα συνεχίσει να τα πληρώνει και στη συνέχεια, απλώς τα κέρδη των μεσαζόντων, από το τελωνείο μέχρι το ψυγείο μας, θα εκτοξευτούν σε νέα ύψη.

Για να μη γίνει αυτό η κυβέρνηση θα έπρεπε ήδη να έχει στήσει μηχανισμό ελέγχου, θα έπρεπε να έχει αποφασίσει για πολύ βαριά πρόστιμα σε όσους κερδοσκοπήσουν, θα έπρεπε ήδη να έχει ενημερώσει εισαγωγείς, χονδρεμπόρους και σούπερ μάρκετ ότι θα είναι αμείλικτη – και, το σημαντικότερο, θα έπρεπε να έχει αποφασίσει να είναι αμείλικτη.

Αυτό αποκλείεται. Η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει, ούτε καν προσπαθήσει σοβαρά για να λέμε την αλήθεια, να περιορίσει την ασυδοσία των μεσαζόντων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτή. Είναι όχι μόνο ανίσχυρη απέναντι στα καρτέλ που λυμαίνονται τη χώρα, αλλά και σύμμαχός τους.

Εχει καταργήσει τον ανταγωνισμό υπέρ των καρτέλ σε όλους ανεξαιρέτως τους κλάδους. Κάνει πως δεν βλέπει την κλοπή των χρημάτων του καταναλωτή, δεν βλέπει τον συντονισμό στις τιμές μεταξύ όλων των λιανοπωλητών, δεν βλέπει τις τεράστιες διαφορές τιμής που έχουν τα βασικά αγροτικά προϊόντα μεταξύ λαϊκής αγοράς (όπου πουλάνε οι παραγωγοί απευθείας) και σούπερ μάρκετ, όπου τις τιμές τις καθορίζουν τα καρτέλ χονδρεμπόρων και λιανικών καταστημάτων.

Ενώ έχει πολιτικό κόστος από την ανεξέλεγκτη ακρίβεια, συνεχίζει να εξυπηρετεί μια οικονομία άπληστων μεσαζόντων εις βάρος του συνόλου των Ελλήνων καταναλωτών.

Το ίδιο θα κάνει και στην περίπτωση της Mercosur. Θα κοιτάει από την άλλη όταν οι ενδιάμεσοι θα κλέβουν το χρήμα και τελικά ο καταναλωτής δεν θα δει στην τσέπη του κανένα όφελος. Ελπίζω να διαψευστώ, αλλά βάζω και στοίχημα ότι έτσι ακριβώς θα γίνει.