search icon

Γνώμες

Θέλω να κάνω «κάτι δικό μου»

Μόνο αν κάνεις κάτι δικό σου επιστρέφεις και φυσικά μόνο αν το κάτι δικό σου είναι με μαύρα λεφτά αξίζει τον κόπο

Το αποκορύφωμα του καλοκαιριού βρίσκει όλους τους τουριστικούς προορισμούς γεμάτους όσο ποτέ. Η πληρότητα είναι σχεδόν παντού στο 100%, στα ξενοδοχεία δεν υπάρχει δωμάτιο ούτε για δείγμα, τα ενοικιαζόμενα καταλύματα κάθε είδους είναι γεμάτα, ακόμη πιο γεμάτες είναι οι ταβέρνες, τα μπαρ, τα εστιατόρια, τα καφέ, οι παραλίες. Είναι μια πάρα πολύ καλή τουριστικά χρονιά, καλύτερη από όλες τις προηγούμενες. Φυσικά οι τουριστικοί προορισμοί δεν θυμίζουν και πολύ Ελλάδα, τα σούσι και τα σεβίτσε έχουν αντικαταστήσει τα τηγανητά μπαρμπούνια και τους ψητούς σαργούς, τα smash burger ανταγωνίζονται τα πιτόγυρα, ο φρέντο επικρατεί παντού και το Αperol Spritz έχει στείλει στο παρελθόν παραδοσιακές ελληνικές αξίες όπως το Cuba Libre, το Chivas και το μαύρο Johnnie. Ετσι όμως είναι η ζωή, οι μόδες αλλάζουν.

Μέσα στην κόλαση των καλοκαιρινών διακοπών στα νησιά, στριμωγμένοι στις ξαπλώστρες και υπό τον ήχο των μπιτσόμπαρων, οι Ελληνες συζητάνε τα πάντα, εκτός των εκλογών που φαίνεται ότι δεν απασχολούν κανέναν – προς το παρόν.

Για το οικονομικό ρεπορτάζ, το ενδιαφέρον είναι να παρατηρήσει κανείς πού υπάρχει οικονομική ανάπτυξη, πού υπάρχουν εισοδήματα, πώς κινείται το χρήμα.

Αυτό που είναι οφθαλμοφανές είναι το μαύρο χρήμα. Το ποσοστό του μαύρου χρήματος που διακινείται στις διακοπές ίσως να ξεπερνάει σε σύνολο τις αποδείξεις που κόβονται για τις υπηρεσίες εστίασης, αλλά και σε πλήθος άλλων υπηρεσιών που ανθούν το καλοκαίρι. Για παράδειγμα, στα βανάκια και στα διαφόρων τύπων αυτοκίνητα που λειτουργούν ως ταξί, χρεώνοντας ό,τι τους έρθει, ανάλογα με το πώς «κόβουν» τον πελάτη για να τον πάνε από το ξενοδοχείο στην παραλία ή στα εστιατόρια ή πολύ περισσότερο για να τον μεταφέρουν μεθυσμένο μετά το κλαμπ στο ξενοδοχείο – τα αλκοολτέστ που ευτυχώς γίνονται μαζικά παντού έχουν αυξήσει αλματωδώς τη ζήτηση για υπηρεσίες ταξί τις πρώτες πρωινές ώρες.

Οπως εξηγεί ένας πανευτυχής Ελληνας -μέχρι πρότινος μετανάστης στην Ολλανδία- που επέστρεψε και κάνει αυτή τη δουλειά σε πολύ τουριστικό νησί των Κυκλάδων, ζει το όνειρό του. Ο ίδιος λέει πως ήταν από πολύ νέος μετανάστης στην Ολλανδία και δούλευε σε μια εταιρεία, αλλά ήταν μισθωτός και οι προοπτικές του περιορισμένες. Αποφάσισε να γυρίσει και να κάνει «κάτι δικό του». Αγόρασε λοιπόν το μαύρο βανάκι, έκλεισε συμφωνίες με τους πορτιέρηδες των ξενοδοχείων και με τους εστιάτορες και ξεκίνησε την μπίζνα του. Διαλαλεί ότι εδώ βγάζει πάνω από 200.000 τον χρόνο μαύρα, σκέφτεται ότι μπορεί να φτάσει και τις 400.000 αν προσθέσει ένα-δυο βανάκια ακόμη την επόμενη χρονιά και ότι οι ευκαιρίες που προσφέρονται στην Ελλάδα για να κάνει κάποιος «κάτι δικό του» είναι μοναδικές.

Το ίδιο ακριβώς, να κάνουν δηλαδή κάτι δικό τους, σκέφτονται και πάρα πολλοί άλλοι νέοι που σπούδασαν έξω ή δουλεύουν στο εξωτερικό σε εταιρείες και θέλουν να γυρίσουν στην πατρίδα. Οπως είναι λογικό, η επιστροφή στην πατρίδα συνδέεται με το ύψος των χρημάτων που μπορούν να κερδίσουν και δεδομένου ότι οι μισθοί στην Ελλάδα είναι κλάσμα των άλλων ευρωπαϊκών μισθών, ενώ το κόστος ζωής πλησιάζει τις ακριβότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η επιστροφή σε συνθήκες μισθωτής εργασίας δεν συζητιέται. Μόνο αν κάνεις κάτι δικό σου επιστρέφεις και φυσικά μόνο αν το κάτι δικό σου είναι με μαύρα λεφτά αξίζει τον κόπο. Γι’ αυτό εξάλλου και οι επιχειρήσεις που αναζητούν εργαζόμενους διαμαρτύρονται ότι δεν βρίσκουν. Γι’ αυτό υπήρξε και το περίφημο brain drain που στέρησε τη χώρα από περίπου 700.000 μορφωμένους νέους, οι οποίοι βρήκαν δουλειές της προκοπής και αξιοπρεπείς μισθούς στο εξωτερικό. Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να τους κάνει να γυρίσουν δεν φαίνεται να ικανοποιούν τους περισσότερους.

Υπό τη σκιά της ψάθινης ομπρέλας σε παραλία η συζήτηση με έναν όχι και πολύ νέο επιστήμονα (42 ετών) με δύο παιδιά, κάτοικο εδώ και οκτώ χρόνια Ελβετίας, που εργάζεται σε γνωστή εταιρεία και έχει μεσαία διευθυντική θέση, ήταν ενδιαφέρουσα. Ηρθε και έκανε συνέντευξη πρόσληψης σε μεγάλη ελληνική επιχείρηση για αντίστοιχης ιεραρχίας θέση. Η συνέντευξη είχε πλάκα διότι ενώ η επιχείρηση αξιολογούσε αν της κάνει ο εργαζόμενος -που της έκανε μια χαρά-, ο εργαζόμενος μετρούσε τα οφέλη. Ή μάλλον δεν τα μετρούσε, τα έψαχνε. Διότι, όπως είπε, παίρνει στην Ελβετία περίπου 150.000 τον χρόνο και η αμοιβή στην Ελλάδα θα ήταν λίγο κάτω από 50.000 τον χρόνο. Το φορολογικό κίνητρο ότι δεν θα πλήρωνε φόρους για επτά χρόνια ήταν το κίνητρο για να ζητήσει τη συνέντευξη, όμως η σύμβαση εργασίας που του πρόσφεραν ήταν τριετής και υπάρχουν μόνο δύο εταιρείες του κλάδου στη χώρα μας, συνεπώς αν έχανε τη δουλειά, δύσκολα θα έβρισκε άλλη.

Οπως λέει ο ίδιος, συνεκτίμησε και άλλους παράγοντες που σχετίζονται με τη ζωή του εκεί, π.χ. ότι τα παιδιά δεν πηγαίνουν σε φροντιστήρια, ότι υπάρχουν φοβερές παροχές βοήθειας στο σπίτι για τις οικογένειες, ότι όλα λειτουργούν κανονικά και ότι βγάζει άκρη στις δημόσιες υπηρεσίες και τελικά αποφάσισε να μην επιστρέψει. Εξάλλου, αυτός είναι μορφωμένος και στέλεχος καριέρας, συνεπώς δεν θα μπορούσε να κάνει «κάτι δικό του» για να κονομάει μαύρα.

Δύσκολα λοιπόν θα αποδώσει το brain gain, δηλαδή η επιστροφή των νέων που έφυγαν με το brain drain. Και μάλλον θα φύγουν και πολλοί άλλοι στο εξωτερικό, ακόμη και από τις πιο απλές υπηρεσίες που δεν απαιτούν ειδικές σπουδές, για παράδειγμα σερβιτόροι. Συνάδελφος που πήγε διακοπές στη Στοκχόλμη, διότι έτσι απαίτησε η αγαπημένη ανιψιά της, μας έφερε το αποκλειστικό ρεπορτάζ: Σε πολλά εστιατόρια της Στοκχόλμης εργάζονται Ελληνες σερβιτόροι που έχουν πάει εκεί, όπως της είπαν, για σεζόν. Φαντάζεστε την έκπληξή της, Ελληνες σερβιτόροι να πηγαίνουν για σεζόν στη Στοκχόλμη! Κι όμως, οι άνθρωποι δεν είναι τρελοί. Είπαν ότι έχουν πολύ καλό μισθό, μεγάλα φιλοδωρήματα, πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οκτάωρο εργασίας, αξιοπρεπέστατες συνθήκες ζωής σε κανονικά, πλήρως επιπλωμένα, δωμάτια. Σε αντίθεση με την Ελλάδα όπου, όπως είπαν, όταν πήγαιναν για σεζόν στα νησιά, τους στοίβαζαν σε κάτι τρισάθλια παραπήγματα σαν τα ζώα, πληρωνόντουσαν μόνο μαύρα και κινδύνευαν να μην τα πάρουν, δεν είχαν καμία περίθαλψη και η λέξη «ωράριο» δεν ακουγόταν ούτε ως ανέκδοτο.

Αυτά είναι μερικά από τα «ευρήματα» του καλοκαιριού, που προσφέρουν τροφή για σκέψη σε όποιον ενδιαφέρεται, σε κάποιον βαθμό αποτυπώνουν τις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και ίσως αποκαλύπτουν τα διλήμματα και τις επαγγελματικές επιλογές που έχουν οι νέοι.

Exit mobile version