Γνώμες

Το Δημοψήφισμα του 2015 δίχασε τους Ελληνες – Σήμερα, έχουμε τα εμβόλια

  • Σπύρος Σεραφείμ


Ας μη στρογγυλεύουμε τις λέξεις και τα νοήματα: εκείνες οι στιγμές του 2015 έφεραν διχόνοια στην κοινωνία, κέρασαν όλα τα συστατικά τα οποία απαιτούνται για να υπάρξει διχασμός σε ένα έθνος. Όπως συμβαίνει σήμερα με τον εμβολιασμό

Ήταν εκείνες οι δύσκολες ημέρες και νύχτες σε εκείνο το καλοκαίρι του 2015, το οποίο φαίνεται πολύ μακρινό, αν και πέρασαν μόνο έξι χρόνια. Τότε που δεν υπήρχαν λεφτά, που είχαμε capital controls, ουρές στις τράπεζες, αγωνία για το «προσεχώς» στις ζωές μας.

Η λέξη «Δημοψήφισμα», με όσα αυτό έφερε -ή δεν έφερε- γράφτηκε με μια, αν μη τι άλλο, θεαματική πολιτική στροφή και το λήμμα «kolotoumba» μπήκε στα διεθνή λεξικά, στην κατηγορία «πολιτικός όρος». Τα συνθήματα -τύπου «το ευρώ δεν είναι ταμπού»- και τα καλαματιανά δονούσαν τις πλατείες του «Όχι». Όμως, σίγασαν αυτόματα με τον ξαφνικό θάνατο που επέφερε ένα ακόμα μνημόνιο στις καμπούρες μας.

Ναι, πέρασαν έξι χρόνια, αλλά κανείς δεν ξέχασε τι συνέβη τότε, η αχλή της λησμονιάς δεν μπορεί να απλωθεί και να καλύψει τις μνήμες από εκείνη την εποχή. Εκείνες οι ημέρες είχαν ένταση, είχαν στρατόπεδα, τότε έπρεπε να διαλέξεις -υπό καθεστώς απίστευτης ψυχολογικής πίεσης- με ποιους (θες να) είσαι, υπό το άκρως απειλητικό «εάν δεν είσαι με εμάς, είσαι εναντίον μας».

Ας μη στρογγυλεύουμε τις λέξεις και τα νοήματα: εκείνες οι στιγμές του 2015 έφεραν διχόνοια στην κοινωνία, κέρασαν όλα τα συστατικά τα οποία απαιτούνται για να υπάρξει διχασμός σε ένα έθνος. Όπως συμβαίνει σήμερα με τον εμβολιασμό.

Από τη μία υπάρχουν εκείνοι που έκαναν το εμβόλιο πιστεύοντας πως είναι το πιο δυνατό όπλο απέναντι στον κορωνοϊό – ανάμεσά τους και εγώ. Από την άλλη, εκείνοι που, δίχως να έχουν κάποιο ιατρικό ζήτημα, δεν θέλουν να το κάνουν, προβάλλοντας επιχειρήματα τα οποία είναι, απλώς, αίολα – και όχι έωλα.

Εάν το όλο ζήτημα δεν ήταν -κυριολεκτικά- ζωής και θανάτου, ίσως και να γελούσαμε με τους «ψεκασμένους» ή «ψέκια», οι οποίοι προσπαθούν να αρθρώσουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας ή περιορισμού των προσωπικών ελευθεριών. Προφανώς και τους διαφεύγει πως όταν οι συνθήκες, για λόγους δημόσιας υγείας ή ασφάλειας, επιτάσσουν συγκεκριμένα μέτρα, η κάθε δημοκρατική κυβέρνηση οφείλει να τα επιβάλλει. Για το γενικό καλό – ας το πούμε απλά.

Το θέμα, όμως, είναι πως με την πανδημία δεν έχουμε τελειώσει ακόμα. Μπορεί να μην επιβληθούν στο προσεχές διάστημα ολοκληρωτικά lockdowns σαν αυτά που ήδη βιώσαμε, αλλά ο χειμώνας είναι κοντά. Εάν δεν αυξηθεί το ποσοστό εκείνων που έχουν εμβολιαστεί, τα κρούσματα θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, όπως και ο αριθμός των εισαγωγών σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Και οι θάνατοι…

Έτσι, κάποιοι θα διαμαρτύρονται πως έκαναν το εμβόλιο αλλά -εξαιτίας εκείνων που δεν «μπολιάστηκαν με το τσιπάκι του Γκέιτς»- δεν μπορούν να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Από την άλλη, οι ανεμβολίαστοι θα χτυπηθούν από ένα νέο και πιο ισχυρό κύμα κορωνοϊού και, για λόγους προστασίας της κοινωνίας, ίσως περιθωριοποιηθούν – με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Πάντως, είναι προφανές πως στο επόμενο διάστημα, από τις αρχές φθινοπώρου και μετά, το ρήγμα το οποίο υπάρχει ήδη στην κοινωνική συνοχή θα μεγαλώσει περεταίρω. Μένει να δούμε εάν θα υπάρξουν εντάσεις μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων και το κατά πόσο θα μας ταλαιπωρήσει ένας νέος διχασμός στην κοινωνία μας.

Μπορεί αυτό το ρεύμα από τους αρνητές των εμβολίων να στοιχειοθετήσει πολιτική έκφραση; Ναι, γιατί όχι, τώρα είναι ορφανό και βολοδέρνει σε ποστ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, πιθανώς να υπάρξουν πολλοί που θα θέλουν να προσεταιριστούν όλο αυτό το κοινό, για τα ψηφαλάκια. Μπορεί να κάνουν σύνθημά τους την «Ανυπακοή» και να χορεύουν στο Σύνταγμα παραδοσιακούς χορούς. Όπως τότε, με το Δημοψήφισμα, που έτρεμαν οι «Μένουμε Ευρώπη». Τώρα, με τα ποδοβολητά τους θα δημιουργήσουν ρωγμές στο τείχος ανοσίας. Στην κανονικότητά μας, δηλαδή…

Σε κάθε περίπτωση, εδώ να είμαστε και θα δούμε πώς θα εξελιχθεί το όλο θέμα. Το βέβαιο είναι πως ο χειμώνας έρχεται και θα είναι πιο βαρύς από εκείνον του Game of Thrones. Αλλά αποτελεί βαθιά πίστη πως κανείς μας, πια, δεν θα νοσταλγήσει εκείνο το καλοκαίρι του 2015.