Σε όλες τις μετρήσεις κοινής γνώμης, των τελευταίων ετών, πέραν από τη διερεύνηση της δυναμικής των κομμάτων, υπάρχει πάντα ένα ανησυχητικό εύρημα που αφορά στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Είναι μια παράμετρος στα λεγόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά που όποια μέτρα κι αν παίρνει η κυβέρνηση, η επωδός στην κοινωνία είναι πως μεγάλο κομμάτι της τα φέρνει δύσκολα.
Προφανώς κι όταν τα ποσοστά στο συγκεκριμένο πρόβλημα είναι διαρκώς υψηλά, δεν πρόκειται για κάποιου είδους γκρίνια απλά και μόνο επειδή δεν μας αρέσει η κυβέρνηση και ο Μητσοτάκης. Υπάρχει όντως πρόβλημα δομικό, το οποίο προκύπτει από τη μια από τον πληθωρισμό που δεν τιθασεύεται (και κυρίως στα είδη πρώτης ανάγκης και τις υπηρεσίες) και από την άλλη από τη φορολογία. Κι αυτό, παρά τις όποιες μειώσεις έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, είναι ένα βασικό πρόβλημα και κατάλοιπο των μνημονιακών χρόνων. Αρκεί να αναφερθεί πως η υποκειμενική φτώχεια των μισθωτών ξεπερνά το 56% και είναι μακράν το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Και όχι μόνο στη μισθωτή εργασία αλλά και στις συντάξεις όπου πέραν της γενικής φορολογίας, αυτές επιβαρύνονται επιπρόσθετα και με το μνημονιακό μέτρο της εισφοράς αλληλεγγύης, το οποίο ναι μεν μειώθηκε σε έναν βαθμό, όμως δεν πρόκειται να καταργηθεί στο ορατό μέλλον. Ήρθε για να μείνει γιατί, όπως λένε στον ΕΦΚΑ, η τυχόν κατάργησή του θα άφηνε μια τεράστια τρύπα στα ταμεία του που θα ισοδυναμούσε με μια 13η σύνταξη! Και φυσικά, σημαντικό ρόλο στη μείωση της αγοραστικής δύναμης παίζει και ο υψηλός ΦΠΑ του 24% (που είναι από τους υψηλότερους της ΕΕ).
Τούτων δοθέντων είναι λογικό να μην κουνιέται η βελόνα της αγοραστικής δύναμης που έχει μείνει κολλημένη στην προτελευταία θέση της ΕΕ και μας ακολουθεί μόνο η Βουλγαρία.
Να πούμε βέβαια την αλήθεια, η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια έχει πάρει σημαντικές αποφάσεις για την ενίσχυση των εισοδημάτων των εργαζομένων, με μειώσεις φορολογικών κλιμακίων, ΕΝΦΙΑ, ασφαλιστικές εισφορές, αυξήσεις στον κατώτατο κ.λπ. Πλην όμως, όλες αυτές οι πρωτοβουλίες στην πράξη πέφτουν στον κενό καθώς το κόστος ζωής ανεβαίνει με μεγαλύτερους ρυθμούς τόσο στο ράφι όσο και στις υπηρεσίες ή τα ενοίκια κατοικιών. Αλλά ακόμα κι εκείνοι που διαθέτουν κάποιες αποταμιεύσεις δεν βρίσκουν τρόπο να εξασφαλίσουν τουλάχιστον την αξία των χρημάτων τους, αφού στην καλύτερη περίπτωση ακόμα και οι προθεσμιακές καταθέσεις (για τις απλές ούτε λόγος) δεν αποδίδουν περισσότερο από 1,5% σε ετήσια βάση, όταν μόνο ο επίσημος πληθωρισμός κινείται από 2,5% και πάνω. Πόσο μάλλον για την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης όπου οι αυξήσεις είναι πολύ μεγαλύτερες.
Την ίδια στιγμή, παρακολουθούμε όλη αυτή τη δημόσια συζήτηση για το ρευστό πολιτικό σκηνικό, για την αντιπολίτευση που δεν πείθει, για τα εκκολαπτόμενα κόμματα και για το ενδεχόμενο ακυβερνησίας μετά τις εκλογές, καθώς εκτός από την ακούνητη βελόνα του ΠΑΣΟΚ, και η βελόνα της ΝΔ δεν είναι δα και τόσο υπερκινητική! Και δεν πρόκειται να πάρει την ανιούσα αν επενδύσει απλά και μόνο στη σύγκριση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης έναντι των οποίων υπερέχει όπως ο μονόφθαλμος στους τυφλούς.
Πέραν από βαθυστόχαστες αναλύσεις και υποθέσεις, θα πρέπει να θυμηθούν πως στο τέλος ο Έλληνας ψηφίζει κατά βάσιν με το πορτοφόλι του. Κάνει ταμείο πόσα κερδίζει από τη δουλειά του, πόσα ξοδεύει κι αν του αρκούν να ζει αξιοπρεπώς – και μετά ρίχνει την ψήφο του. Κι αυτό πρέπει να ‘ναι το στοίχημα του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης στο επόμενο διάστημα μέχρι τις εκλογές. Να αυξήσουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ώστε να μπορούν να αντισταθούν στις σειρήνες της προεκλογικής ανέξοδης πλειοδοσίας της αντιπολίτευσης. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αποδειχθεί στην πράξη πως η πρωτιά αλλά στα χαμηλά, δεν αρκεί!
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.