«Επιλέγουμε να πάμε στη Σελήνη… Επιλέγουμε να πάμε στη Σελήνη μέσα σε αυτή τη δεκαετία, όχι επειδή είναι εύκολο, αλλά επειδή είναι δύσκολο· γιατί αυτός ο στόχος θα χρησιμεύσει στο να οργανώσει και να μετρήσει τις καλύτερες δυνάμεις και ικανότητές μας· γιατί αυτή η πρόκληση είναι μία που είμαστε πρόθυμοι να αποδεχθούμε, μία που δεν είμαστε διατεθειμένοι να αναβάλουμε, και μία που σκοπεύουμε να κερδίσουμε.»
Ήταν Σεπτέμβριος του 1962, στο αποκορύφωμα τoυ Ψυχρού Πολέμου, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, John F. Kennedy, έβγαλε αυτόν τον περίφημο λόγο, θέτοντας έναν στόχο που τότε έμοιαζε εξωπραγματικός: μια επανδρωμένη αποστολή στη Σέληνη πριν το τέλος της δεκαετίας του ’60. Η απόφαση αυτή ήρθε ως απάντηση στις εντυπωσιακές σοβιετικές επιτυχίες στον τομέα του διαστήματος – από την εκτόξευση του πρώτου τεχνητού δορυφόρου (Sputnik 1) έως την πρώτη επανδρωμένη πτήση του Yuri Gagarin. Η «διαστημική κούρσα» δεν αφορούσε μόνο τα όρια της ανθρώπινης εξερεύνησης· ήταν ταυτόχρονα ένας αγώνας τεχνολογικής, στρατιωτικής και πολιτικής υπεροχής. Το φιλόδοξο σχέδιο εκπληρώθηκε τον Ιούλιο του 1969 με την αποστολή Apollo 11, σφραγίζοντας την πρωτοπορία της Δύσης σε αυτό το νέο σύνορο.
63 χρόνια μετά, μια νέα «ψυχροπολεμική» κούρσα εκτυλίσσεται, αυτή τη φορά σε ένα νέο σύνορο, αυτό της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι παραλληλισμοί αλλά και οι διαφορές πολλές: Αυτή τη φορά οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τον αγώνα έχοντας σημαντικό προβάδισμα. Από το πανεπιστήμιο του Dartmouth το 1955, όπου οι McCarthy, Minsky, Rochester και Shannon χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά τον όρο «Artificial Intelligence», μέχρι τη μαζική διάδοση του ChatGPT το 2022, οι ΗΠΑ διατήρησαν ηγετική θέση στην έρευνα και την ανάπτυξη της ΤΝ. Η υπεροχή αυτή βασίζεται σε ένα πλήρες οικοσύστημα: κορυφαία πανεπιστήμια που παράγουν ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρές κεφαλαιαγορές, ηγετικές εταιρείες hardware (NVIDIA) και software (πλατφόρμες AI και hyperscalers), καθώς και τεράστια υπολογιστική ισχύς (data centres).
Αυτή η υπεροχή σύντομα τέθηκε εν αμφιβόλω. Η «στιγμή Σπούτνικ» της Κίνας ήλθε σύντομα, όταν τον Ιανουάριο του 2025, η κινεζική start-up DeepSeek, παρουσίασε το μοντέλο R1, το οποίο αποδείχθηκε εξαιρετικά ανταγωνιστικό σε σχέση με τα Δυτικά μοντέλα, αναδεικνύοντας τις κινεζικές ικανότητες στον χώρο της ΤΝ. Εξάλλου η Κίνα ηγείται ξεκάθαρα στην έρευνα της ΤΝ, με 23.2% των παγκοσμίων ερευνητικών δημοσιεύσεων και 22.6% των ερευνητικών αναφορών (citations)1. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το βιομηχανικό της υπόβαθρο. Το 2024, η Κίνα εγκατέστησε 295,000 βιομηχανικά ρομπότ, δηλαδή το 54% των παγκοσμίων εγκαταστάσεων2. Με αυτή τη βιομηχανική βάση, η Κίνα θα είναι σε θέση να διατηρήσει και να επεκτείνει το σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της.
Ποια είναι όμως η θέση της Ευρώπης σε αυτήν την κούρσα; Το γνωστό απόφθεγμα ότι «η Αμερική καινοτομεί, η Κίνα αντιγράφει και η Ευρώπη ρυθμίζει» μπορεί να είναι υπερβολικά απλουστευτικό, αλλά αποτυπώνει μια πραγματικότητα: η Ευρώπη υστερεί σε κρίσιμους τομείς της ΤΝ. Από τα κορυφαία μοντέλα ΤΝ παγκοσμίως, 40 προέρχονται από την Αμερική, 15 από την Κίνα και μόνο 3 από την Ευρώπη3. Η υπολογιστική ισχύς της Ευρώπης επαφύεται κατά 70% στις μεγάλες Αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, ενώ το μερίδιο αγοράς της ΕΕ στην παραγωγή ημιαγωγών είναι 9.2% του παγκοσμίου, σε αντίθεση με 50.4% των ΗΠΑ4. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον χώρο της ΤΝ στις ΗΠΑ το 2024 ξεπέρασαν τα $109δις, ενώ στην Ευρώπη έφτασαν τα μόλις $16.9δις. Παρά τις αδυναμίες αυτές, η Ευρώπη επιχειρεί να απαντήσει με μια στρατηγική που θυμίζει σε κάποιο βαθμό το πνεύμα του προγράμματος Apollo. Στις αρχές του 2025, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την πρωτοβουλία InvestAI, με στόχο την κινητοποίηση περίπου 200 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η δημιουργία μεγάλων κοινών υπολογιστικών υποδομών και ενός ευρωπαϊκού ταμείου 20 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη «AI gigafactories». Η υιοθέτηση της ΤΝ επίσης επιταχύνεται, με αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες να ξεπερνούν το 40.0% στη χρησιμοποίηση generative AI, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ (28.3%) και την Κίνα (16.3%).
Ποιον ρόλο θα μπορούσε να παίξει η Ελλάδα σε αυτή την κούρσα; Η χώρα μας έχει τρία βασικά πλεονεκτήματα: τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τη γεωγραφία της και το ανθρώπινο δυναμικό της. Ως μέλος της ΕΕ, η Ελλάδα συμμετέχει ήδη σε σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες ψηφιακών υποδομών, όπως το AI data centre «Daedalus» στο Λαύριο. Παράλληλα, έχει πρόσβαση σε σημαντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, μεταξύ των οποίων και το Ταμείο Ανάκαμψης, όπου η ψηφιακή μετάβαση αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες. Η γεωγραφία της χώρας μας, την κάνει ιδιαίτερα ελκυστική ως ένα πιθανό κόμβο διέλευσης δεδομένων μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας, με μια σειρά νέων επενδύσεων σε υποβρύχιες τηλεπικοινωνιακές οδεύσεις. Αυτό δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη data centres, της βασικής υποδομής της Τεχνητής Νοημοσύνης, με διάφορα έργα να είναι ήδη αρκετά ώριμα.
Τελευταίο και ίσως το λιγότερο εμφανές: η χώρα μας διαθέτει εντός και εκτός των συνόρων της, εξειδικευμένο ανθρώπινο προσωπικό, το οποίο είναι απαραίτητο σε όλη την “εφοδιαστική αλυσίδα” αλλά και στις εφαρμογές της ΤΝ. Από μηχανικούς που κατασκευάζουν και λειτουργούν κέντρα δεδομένων, εργαζόμενους σε τεχνικά επαγγέλματα, οικονομολόγους, επιχειρηματίες και start-up founders που θα δημιουργήσουν νέα προϊόντα μέχρι επιστήμονες που θα χρησιμοποιήσουν την ΤΝ για καινούριες ανακαλύψεις.
Η Διαστημική κούρσα τελείωσε επιτυχώς στις 20 Ιουλίου του 1969, με τον Neil Armstrong να λέει «ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα». Η στιγμή ή καλύτερα οι στιγμές της «προσελήνωσης» στην κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να είναι αρκετά διαφορετικές: από την εξάλειψη των αυτοκινητιστικών δυστυχημάτων με την υιοθέτηση της αυτόνομης οδήγησης, την ανακάλυψη φθηνών και καθαρών μορφών ενέργειας, τη μείωση των ανισοτήτων μέσω νέων μεθόδων εκπαίδευσης, μέχρι και την ανακάλυψη νέων φαρμάκων και θεραπειών σε μέχρι σήμερα ανίατες ασθένειες. Η Ελλάδα έχει τις δυνατότητες να παίξει το δικό της, διακριτό ρόλο σε αυτόν τον αγώνα, γιατί «αυτή η πρόκληση είναι μία που είμαστε πρόθυμοι να αποδεχθούμε, μία που δεν είμαστε διατεθειμένοι να αναβάλουμε, και μία που σκοπεύουμε να κερδίσουμε.»
*Ο κ. Βασίλης Τσιλιμπής είναι Partner και Head of Digital Infrastructure της Dromeus Capital
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.