search icon

Γνώμες

Το παράδοξο με το Στεγαστικό: Δίνουμε περισσότερα χρήματα για να αγοράσουμε τα ίδια λίγα σπίτια

Τα νέα στεγαστικά προγράμματα διευκολύνουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, όμως χωρίς ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών υπάρχει ο κίνδυνος οι επιδοτήσεις να τροφοδοτήσουν περαιτέρω τις τιμές, αντί να κάνουν πραγματικά προσιτή τη στέγη

Θα αρχίσω με μια σκέψη η οποία δεν διεκδικεί Νόμπελ Οικονομίας και μπορεί να στο πει και ένας συνάδελφός σου που πληρώνει για δυάρι διαμέρισμα… 800 ευρώ – ας μην αναφέρω συγκεκριμένη περιοχή, όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει: Το στεγαστικό πρόβλημα δεν θα λυθεί επειδή το κράτος θα ρίξει μπετόν για επιπλέον ορόφους ούτε εάν  βοηθήσει περισσότερους να δανειστούν. Θα λυθεί όταν ένα σπίτι πάψει να είναι απρόσιτο για τον μέσο εργαζόμενο. Κι όμως, παρά αυτή την εξαιρετικά απλή σκέψη, η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να μετρά δισεκατομμύρια, επιδοτήσεις και δικαιούχους, ενώ το κρίσιμο μέγεθος βρίσκεται αλλού: πόσες προσιτές κατοικίες υπάρχουν πραγματικά στην αγορά;

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να ανοίξει την πόρτα της ιδιοκτησίας σε χιλιάδες νέους και οικογένειες. Και αυτό είναι σημαντικό. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε ένα χρηματοδοτικό εργαλείο με ολοκληρωμένη στεγαστική πολιτική.

Διότι υπάρχει μια δυσάρεστη πιθανότητα: μέρος της κρατικής βοήθειας να καταλήξει τελικά στις τιμές των ακινήτων. Όχι επειδή το πρόγραμμα είναι λανθασμένο, αλλά επειδή παρεμβαίνει σε μια αγορά όπου η προσιτή κατοικία είναι ήδη δυσεύρετη.

Για χρόνια αντιμετωπίζαμε το στεγαστικό κυρίως ως πρόβλημα χρηματοδότησης. Αν ο νέος εργαζόμενος δεν μπορεί να αγοράσει σπίτι, ας του εξασφαλίσουμε καλύτερους όρους δανεισμού. Μόνο που σήμερα το πρόβλημα αρχίζει νωρίτερα: ποιο σπίτι θα αγοράσει και σε ποια τιμή; Ένα επιδοτούμενο επιτόκιο δεν δημιουργεί καινούργιο διαμέρισμα. Δεν ανακαινίζει ένα εγκαταλελειμμένο ακίνητο. Δεν επιστρέφει αυτομάτως στην αγορά μια κλειστή κατοικία. Και ασφαλώς δεν διορθώνει μέσα σε λίγους μήνες τις στρεβλώσεις που συσσωρεύτηκαν επί χρόνια.

Γι’ αυτό και η πραγματική μάχη πρέπει να δοθεί πλέον στο απόθεμα.

Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και αρκετές ακόμη περιοχές χρειάζονται περισσότερες κατοικίες, εκεί όπου οι άνθρωποι θέλουν και μπορούν να ζήσουν. Χρειάζονται επίσης αξιοποίηση των χιλιάδων ακινήτων που παραμένουν εκτός αγοράς και αναβάθμιση ενός κτηριακού αποθέματος που σε μεγάλο βαθμό έχει γεράσει.

Εδώ χρειάζεται πολύ πιο επιθετική πολιτική: ισχυρότερα κίνητρα για να ανοίξουν κλειστά διαμερίσματα, μαζικές ανακαινίσεις, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, συμπράξεις για προσιτή κατοικία και ταχύτερη δημιουργία νέου οικιστικού αποθέματος.

Χρειάζεται επίσης να συζητήσουμε χωρίς υπεκφυγές για όσα περιορίζουν την προσφορά: το κόστος κατασκευής, τις πολεοδομικές εκκρεμότητες, τις καθυστερήσεις, αλλά και τις διαφορετικές χρήσεις κατοικιών σε περιοχές όπου η στεγαστική πίεση είναι ήδη μεγάλη.

Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα χρήματα διαθέτει ένα πρόγραμμα. Είναι πόσα επιπλέον σπίτια βάζει τελικά στην εξίσωση η συνολική πολιτική.

Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη λάθος.

Η επιτυχία των στεγαστικών προγραμμάτων παρουσιάζεται συνήθως με αριθμούς δικαιούχων, εγκρίσεις δανείων και απορρόφηση κονδυλίων. Είναι εύκολοι και επικοινωνιακά ελκυστικοί δείκτες. Δεν είναι όμως ο λογαριασμός που πληρώνει το νοικοκυριό. Ο πραγματικός δείκτης είναι η σχέση του κόστους κατοικίας με το διαθέσιμο εισόδημα. Πόσους μισθούς χρειάζεται κάποιος για να αγοράσει ένα σπίτι; Τι ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος απορροφά το ενοίκιο; Μπορεί ένας νέος εργαζόμενος να ζήσει μόνος του χωρίς η στέγη να εξαφανίζει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του;

Αν αυτές οι απαντήσεις δεν αλλάξουν, τότε ούτε το στεγαστικό θα έχει λυθεί.

Το «Σπίτι μου ΙΙΙ» μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά αρκετές χιλιάδες οικογένειες. Αλλά η φιλοδοξία της πολιτείας πρέπει να είναι μεγαλύτερη από το να βοηθήσει ορισμένους πολίτες να αντέξουν τις σημερινές τιμές. Πρέπει να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η κατοικία να γίνει ξανά προσιτή.

Αυτό απαιτεί λιγότερη εμμονή στο ύψος των πακέτων και περισσότερη δουλειά πάνω στο ίδιο το πρόβλημα.

Γιατί στο τέλος η επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσα δισεκατομμύρια ανακοινώθηκαν ούτε από το πόσα δάνεια εγκρίθηκαν. Θα κριθεί από κάτι πολύ πιο απλό: αν ένας νέος άνθρωπος με έναν κανονικό μισθό μπορεί να βρει ένα κανονικό σπίτι χωρίς να χρειάζεται μια κρατική διάσωση για να το πληρώσει, χωρίς να χρειάζεται ο συνάδελφός σου -που έγραφα στην αρχή- να πρέπει να δώσει 800 ευρώ για ένα δυάρι της κακιάς και της μαύρης ώρας.

Exit mobile version