Στη στρατιωτική θεωρία υπάρχει μια θεμελιώδης αρχή που ονομάζεται «αντικειμενικός σκοπός»

Είναι η πρώτη και σημαντικότερη από τις «Αρχές του Πολέμου», όπως τις διατύπωσε ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς, ο κορυφαίος θεωρητικός του πολέμου, και την ξέρει ακόμη και όποιος πέρασε τουλάχιστον μια φορά έξω από ελληνικό στρατόπεδο και είχε εκπαιδευτή… λοχία. Κάθε στρατιωτική επιχείρηση οφείλει να στοχεύει προς ένα σαφώς καθορισμένο, αποφασιστικό και εφικτό αποτέλεσμα. Χωρίς αυτό τον στόχο, ο πόλεμος μετατρέπεται σε μια επικίνδυνη διαδικασία χωρίς στρατηγική πυξίδα. Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της σημερινής σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ αφενός και το Ιράν αφετέρου. Ο «αντικειμενικός σκοπός» δεν είναι καθόλου ξεκάθαρος ή μάλλον δυσκολευόμαστε να τον αντιληφθούμε εμείς, αλλά φοβάμαι και οι ηγέτες των περισσότερων χωρών.

Η πρώτη εκδοχή που προβάλλεται είναι η καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Πρόκειται για το επιχείρημα που χρησιμοποιείται εδώ και χρόνια από το Ισραήλ και τους συμμάχους του. Ωστόσο, η εξήγηση αυτή δεν πείθει. Οχι μόνο επειδή οι πληροφορίες για την πραγματική πρόοδο του ιρανικού προγράμματος είναι συχνά αντιφατικές, αλλά και επειδή μόλις πριν από λίγους μήνες είχαμε ακούσει κάτι εντελώς διαφορετικό. Τον περασμένο Ιούνιο ο Ντόναλντ Τραμπ είχε διαβεβαιώσει ότι τα πυρηνικά του Ιράν είχαν ουσιαστικά εξουδετερωθεί. Αν λοιπόν είχαν ήδη καταστραφεί, γιατί τώρα απαιτείται ένας πόλεμος για να καταστραφούν ξανά; Οι εξηγήσεις που δίνονται μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακές ασκήσεις παρά με στρατηγική ανάλυση. Μην ξεχνάμε τον πόλεμο στο Ιράκ. Και τότε τα πυρηνικά ήταν η αιτία, αλλά στο τέλος αποδείχθηκε ότι πυρηνικά δεν υπήρχαν.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ακόμη πιο φιλόδοξη, δηλαδή η ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης. Η ιδέα αυτή δεν είναι καινούρια. Κυκλοφορεί εδώ και δεκαετίες στους κύκλους της αμερικανικής και ισραηλινής πολιτικής. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο πεισματάρα από τα σενάρια των think tanks. Οπως παρατήρησε πρόσφατα ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, «τα καθεστώτα δεν αλλάζουν με βόμβες από τον ουρανό». Η ιστορία του Ιράκ, της Λιβύης και του Αφγανιστάν θα έπρεπε να λειτουργεί ως αρκετά ισχυρή υπενθύμιση. Η εξωτερική στρατιωτική πίεση συχνά συσπειρώνει τις κοινωνίες αντί να τις εξεγείρει. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ αγνοούν αυτό το μάθημα. Αλλά και να επιτύχει, ποιος εγγυάται ότι η αποσταθεροποίηση που θα ακολουθήσει δεν θα λειτουργήσει όπως η περίφημη «Αραβική Ανοιξη»; Με κορυφαία παραδείγματα την κατάσταση στη Λιβύη με τη διαδοχή Καντάφι ή στη Συρία μετά τον Ασαντ; Ποιος θεωρεί ότι κέρδισε η Δύση από αυτές τις ανατροπές;

Η τρίτη εκδοχή φαίνεται πιο ρεαλιστική. Ο στόχος μπορεί να είναι η συστηματική αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν. Οχι μια γρήγορη νίκη, αλλά μια στρατηγική φθοράς. Η καταστροφή πυραυλικών βάσεων, η αποδυνάμωση της αεράμυνας, οι επιθέσεις σε υποδομές και η διάλυση των δικτύων που χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ ή άλλες σιιτικές πολιτοφυλακές. Με απλά λόγια, μια μακροχρόνια προσπάθεια να περιοριστεί η ικανότητα της Τεχεράνης να απειλεί το Ισραήλ και να επηρεάζει την περιοχή. Αυτός ο στόχος, αν και δεν δηλώνεται πάντα ανοιχτά, είναι τουλάχιστον συμβατός με τη στρατιωτική συμπεριφορά που βλέπουμε.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση. Η Μέση Ανατολή δεν είναι μόνο πεδίο συγκρούσεων, αλλά και χώρος ισορροπίας μεταξύ σουνιτικών και σιιτικών δυνάμεων. Το Ιράν αποτελεί τον βασικό πυλώνα του σιιτικού κόσμου. Ενας από τους πιθανούς στόχους της σύγκρουσης θα μπορούσε να είναι η απομόνωση αυτού του μπλοκ. Με άλλα λόγια, να ενισχυθεί η απόσταση ανάμεσα στις σουνιτικές αραβικές χώρες και την Τεχεράνη. Οι συμφωνίες εξομάλυνσης που έχουν υπογραφεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στο Ισραήλ και σε ορισμένα αραβικά κράτη δείχνουν ότι αυτή η στρατηγική βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Ενας απομονωμένος περιφερειακός παίκτης είναι πάντα πιο εύκολα διαχειρίσιμος.

Και βέβαια, υπάρχει και το ενεργειακό παιχνίδι. Το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικούς προμηθευτές πετρελαίου της Κίνας. Σε μια εποχή όπου ο ανταγωνισμός ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και το Πεκίνο γίνεται ολοένα πιο έντονος, η αποδυνάμωση αυτού του ενεργειακού διαύλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η γεωπολιτική συχνά λειτουργεί σαν σκάκι πολλών επιπέδων. Ενας πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή.

Παρά τις πολλές πιθανές εξηγήσεις, το πρόβλημα παραμένει. Καμία από αυτές δεν εμφανίζεται ως ξεκάθαρος και δηλωμένος «αντικειμενικός σκοπός» που να δικαιολογεί επαρκώς την επικίνδυνη επέκταση του πολέμου. Και όταν οι στόχοι ενός πολέμου είναι θολοί, ο κίνδυνος της παρατεταμένης σύγκρουσης αυξάνεται. Οι επιχειρήσεις μπορεί να συνεχίζονται, αλλά η στρατηγική κατεύθυνση γίνεται όλο και πιο ασαφής. Το ερώτημα που τελικά μένει ανοιχτό είναι απλό, αλλά κρίσιμο. Πού ακριβώς οδηγεί αυτός ο πόλεμος; Αν ο αντικειμενικός σκοπός είναι η αποδυνάμωση του Ιράν, τότε βρισκόμαστε στην αρχή μιας μακράς σύγκρουσης. Αν είναι η ανατροπή του καθεστώτος, τότε η ιστορία προειδοποιεί ότι τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν πολύ πιο χαοτικά. Και αν οι πραγματικοί στόχοι βρίσκονται βαθύτερα, στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων και τις ενεργειακές ισορροπίες, τότε η σημερινή κρίση ίσως είναι μόνο ένα επεισόδιο σε μια πολύ μεγαλύτερη γεωπολιτική παρτίδα.