Ο ίδιος ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών το είπε δημόσια, καθαρά και επανειλημμένα. Οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας και θα αναλάβουν τη διαχείριση της χώρας του μέχρι να κρίνουν ότι υπάρχει «σωστή μετάβαση». Από εκείνη τη στιγμή η διεθνής πολιτική πέρασε σε άλλη φάση. Οχι επειδή συνελήφθη ο Νικολάς Μαδούρο, αλλά επειδή ο τρόπος, η γλώσσα και οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατέστησαν σαφές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν έναν κανόνα δεκαετιών, δηλαδή την άσκηση ισχύος μέσα από θεσμούς, συμμαχίες και προσχήματα διεθνούς νομιμότητας.

Η ανακοίνωση της σύλληψης Μαδούρο από τις ΗΠΑ δεν παρουσιάστηκε ως στενή δικαστική ενέργεια. Παρουσιάστηκε ως επιχείρηση πλήρους κλίμακας, με στρατιωτική δράση, πολιτικό στόχο και ανοιχτό το μέλλον. Ο Τραμπ δεν μίλησε για «παράδοση στη Δικαιοσύνη». Μίλησε για έλεγχο, για διαχείριση, για ευθύνη των ΗΠΑ να «τρέξουν» τη χώρα μέχρι να διαμορφωθεί το αποτέλεσμα που εκείνος θεωρεί αποδεκτό. Αυτή η επιλογή λέξεων δεν είναι λεπτομέρεια, είναι δήλωση πρόθεσης που σοκάρει.

Σε αυτό το ήδη φορτισμένο περιβάλλον, οι εξελίξεις δεν περιορίστηκαν στη Λατινική Αμερική. Αμέσως μετά ο Τραμπ επανέφερε δημόσια το ζήτημα της Γροιλανδίας, μιλώντας ανοιχτά για το αμερικανικό «ενδιαφέρον» ελέγχου ή απόκτησής της για λόγους ασφάλειας και γεωστρατηγικής σημασίας. Η αντίδραση των Ευρωπαίων σε αυτό το διπλό μήνυμα -Βενεζουέλα και Γροιλανδία- υπήρξε χαρακτηριστικά αμήχανη. Από τη μία δηλώσεις περί «σεβασμού του διεθνούς δικαίου» και «ανάγκης διαλόγου». Από την άλλη, απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής πολιτικής πρωτοβουλίας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση βρέθηκε να παρακολουθεί εξελίξεις που πιθανόν να επηρεάσουν άμεσα την ασφάλειά της, χωρίς κοινή φωνή και χωρίς σαφή απάντηση απέναντι σε έναν σύμμαχο που δείχνει πρόθυμος να αγνοήσει τους κανόνες που επί δεκαετίες συγκρατούσαν τη μεταξύ τους σχέση και τις διεθνείς ισορροπίες.

Την ίδια στιγμή, η αγωνία μεταφέρθηκε και στη Μέση Ανατολή. Στο Ιράν, οι εξελίξεις ερμηνεύτηκαν ως ακόμη μία ένδειξη ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να προχωρήσει από τη ρητορική στην πράξη χωρίς προειδοποίηση και χωρίς διεθνή κάλυψη. Οι δηλώσεις Τραμπ για «προληπτικές ενέργειες», η επίδειξη στρατιωτικής ετοιμότητας και η επίμονη αναφορά στο δικαίωμα των ΗΠΑ να ενεργούν μονομερώς ενίσχυσαν ένα κλίμα ανησυχίας που δεν χρειάζεται αναλύσεις. Οταν συλλαμβάνεται ένας πρόεδρος χώρας, κανένα καθεστώς δεν μπορεί να αισθάνεται απρόσβλητο, ούτε, πολύ περισσότερο, αυτά της Κούβας ή της Κολομβίας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκαν και τα επεισόδια με το ρεσάλτο σε τάνκερ με ρωσική σημαία, στο όνομα της επιβολής κυρώσεων και της «ασφάλειας της ναυσιπλοΐας».

Ο Μαδούρο μεταφέρθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και οδηγήθηκε ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου για βαριές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ναρκωτρομοκρατία. Το γεγονός αυτό από μόνο του συνιστά πρωτοφανές προηγούμενο. Εν ενεργεία αρχηγός κράτους συλλαμβάνεται έπειτα από στρατιωτική επιχείρηση ξένης δύναμης και δικάζεται στο έδαφός της. Ωστόσο το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η κατηγορία, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάχθηκε. Ο Τραμπ δεν διαχώρισε ποτέ τη δικαστική διαδικασία από τη γεωπολιτική επιβολή. Αντιθέτως, τις συνέδεσε δημόσια. Σε δηλώσεις του ξεκαθάρισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν ρόλο εγγυητή της «τάξης» στη Βενεζουέλα, χωρίς να αναφερθεί σε διεθνή εντολή, σε απόφαση διεθνούς οργανισμού ή σε συλλογική δράση με συμμάχους. Οταν ρωτήθηκε για τη διάρκεια αυτής της εμπλοκής, απάντησε ότι μπορεί να διαρκέσει όσο χρειαστεί. Οταν ρωτήθηκε αν αποκλείεται στρατιωτική παρουσία επί του εδάφους, απάντησε αρνητικά. Οι λέξεις του ήταν άμεσες, χωρίς διπλωματική επένδυση.

Αυτή η στάση δεν αποτέλεσε στιγμιαία υπερβολή. Ηταν συνεπής με τη ρητορική που ο Τραμπ έχει υιοθετήσει επανειλημμένα. Οτι οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται την άδεια κανενός για να ενεργήσουν, ότι η ισχύς προηγείται των διαδικασιών και ότι η αποτελεσματικότητα μετριέται από το αποτέλεσμα, όχι από τη νομιμοποίηση. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, αυτή η αντίληψη μεταφράστηκε σε πράξη με τρόπο που κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν είχε επιχειρήσει τις τελευταίες δεκαετίες.

Για ογδόντα χρόνια, η παγκόσμια ισορροπία βασίστηκε, έστω και προσχηματικά, σε συμμαχίες, σε θεσμούς και σε ένα κοινά αποδεκτό λεξιλόγιο νομιμότητας. Ο Τραμπ, στην υπόθεση Μαδούρο, δεν επιχείρησε καν να διατηρήσει αυτό το λεξιλόγιο. Μίλησε τη γλώσσα της ισχύος χωρίς φίλτρα. Και ακριβώς γι’ αυτό προκάλεσε φόβο όχι μόνο στους αντιπάλους των ΗΠΑ, αλλά και στους συμμάχους τους. Οι δηλώσεις του καταγράφονται ως παγκοσμίως ιστορική καμπή. Δεν άφησαν περιθώριο παρερμηνείας. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια φάση όπου η βία δεν χρειάζεται πλέον να δικαιολογείται. Και όταν αυτό το μήνυμα εκπέμπεται από τον Λευκό Οίκο, καμία χώρα δεν μπορεί να αισθάνεται πραγματικά ασφαλής.