Πριν από 12 χρόνια, συγκεκριμένα στις 19 Ιουνίου 2007, παρουσιαζόταν ένα βιβλίο μου με τίτλο «Ξένες άμεσες επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα. Η εμπειρία της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών», το οποίο καταπιάνεται με δύο από τα βασικότερα και μακροχρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: τα χαμηλά επίπεδα της ανταγωνιστικότητας και των ξένων άμεσων επενδύσεων.
Στη μελέτη αυτή υποστήριζα ότι τα δύο παραπάνω προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι αλληλένδετα: το ένα ασκεί επιδράσεις στο άλλο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν ένας από τους τρεις ομιλητές-σχολιαστές του βιβλίου. Οι παρατηρήσεις του τότε ήταν αρκετά εύστοχες και μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί η αποτελεσματική λειτουργία του κράτους είναι ψηλά στην ατζέντα του οικονομικού προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Η πρώτη διαπίστωση που έγινε τότε ήταν ότι οι ξένες επενδύσεις και η ανταγωνιστικότητα ήταν διαχρονικά χαμηλές στην Ελλάδα. Σήμερα, θα πρόσθετα εγώ, το πρόβλημα είναι πολύ χειρότερο. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Institute for Management Development (IMD), η Ελλάδα υποχώρησε στην 58η θέση μεταξύ 63 χωρών, από την 57η που είχε καταταγεί στην προηγούμενη αντίστοιχη έκθεση, φτάνοντας στα επίπεδα του 2012. Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από χώρες όπως η Ιορδανία και η Νότιος Αφρική και πάνω από τη Βραζιλία, την Κροατία, την Αργεντινή, τη Μογγολία και τη Βενεζουέλα. Μεταξύ δε των 40 χωρών της περιοχής της Ευρώπης – Μέσης Ανατολής – Αφρικής, κατατάσσεται στην προτελευταία θέση. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει αναφορικά με τις άμεσες ξένες επενδύσεις.
Πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η Ελλάδα υστερεί τραγικά έναντι άλλων χωρών ως προς την προσέλκυση άμεσων επενδύσεων από το εξωτερικό. Το 2005, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν μόλις στο 12% του ελληνικού ΑΕΠ. Το 2017, μόλις και μετά βίας αυξήθηκαν στο 16% του ελληνικού ΑΕΠ.
Από την άλλη πλευρά, οι άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό στην περισσότερο ανταγωνιστική Πορτογαλία αντιστοιχούσαν, το 2005, στο 26% του ΑΕΠ της, ενώ εκτινάχθηκαν το 2017 στο 59% του ΑΕΠ της. Τα δύο αυτά στοιχεία, που συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, αποτελούν τα βασικά κλειδιά που μπορούν να ξεκλειδώσουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας. Και αυτό το έχει αντιληφθεί χρόνια τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Εξηγώντας τις χαμηλές επιδόσεις της χώρας μας στην προσέλκυση επενδύσεων στάθηκε στα δομικά προβλήματα της χώρας με βασικές πτυχές το μικρό μέγεθος της αγοράς και το υψηλό κόστος του επιχειρείν, με χαρακτηριστικά όπως η γραφειοκρατία, η πολυνομία, η σύγχυση αναφορικά με τους ισχύοντες κανόνες, στοιχεία δηλαδή που διαμορφώνουν ένα αφιλόξενο περιβάλλον. Υποστήριξε μάλιστα ότι και τα δύο αυτά δομικά προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν εφόσον υπάρξει η αντίστοιχη πολιτική βούληση.
Το μικρό μέγεθος της αγοράς μπορεί να ξεπεραστεί αν η Ελλάδα επαναπροσδιορίσει τη στρατηγική της θέση και αποτελέσει τη βάση για επενδυτικές επεκτάσεις στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Το επενδυτικό περιβάλλον μπορεί να διορθωθεί με όλες εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που μειώνουν το κόστος της οικονομικής δραστηριότητας για όλους.
Μείωση της φορολογίας και των εργοδοτικών εισφορών (π.χ. μείωση του σημερινού συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων στην Ελλάδα από το 28% στο 20% εντός διετίας, κάτι που αναφέρεται ρητά στο πρόγραμμα Μητσοτάκη), ενίσχυση των ιδιωτικοποιήσεων, άνοιγμα των αγορών, σύνδεση των πανεπιστημίων με την παραγωγή, εξάλειψη της γραφειοκρατίας και καταπολέμηση της ανομίας είναι μερικά από αυτά. Πρέπει να σημειωθεί ότι κανένας από τους παράγοντες αυτούς δεν είναι ικανός μόνος του να προσελκύσει επενδύσεις χωρίς την παρουσία των υπολοίπων. Αυτός άλλωστε είναι και λόγος που δεν ήρθαν επενδύσεις στη χώρα μας επειδή μειώθηκε το εργατικό κόστος, όταν οι υπόλοιποι παράγοντες παρέμεναν αρνητικοί.
Με τις χθεσινές εκλογές διαμορφώνεται μια σημαντική ευκαιρία να βελτιωθεί η ποιότητα διακυβέρνησης και η κυβερνητική αποτελεσματικότητα ώστε να προσελκυστούν επενδύσεις, να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα και να εκτιναχθεί το ελατήριο της ελληνικής ανάπτυξης.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.