Σχεδόν ένας στους επτά ομοσπονδιακούς δολάριους δαπανών κατευθύνεται πλέον στην πληρωμή καθαρών τόκων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επιβάρυνση αυτή, σύμφωνα με άρθρο στο Bloomberg, αποτυπώνει πιο καθαρά από οποιοδήποτε συμβολικό όριο το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας: το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους απορροφά πόρους, ενώ η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ανεπαρκής για να αντιστρέψει από μόνη της την πορεία του.
Στο οικονομικό έτος 2026, που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, οι καθαροί τόκοι αντιστοιχούσαν στο 14% των ομοσπονδιακών δαπανών και σε περισσότερο από το μισό έλλειμμα των 2 τρισ. δολαρίων. Παράλληλα, το χρέος που διακρατούν επενδυτές και φορείς εκτός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έφτασε στο 100,6% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας την ετήσια οικονομική παραγωγή για πρώτη φορά από το 1946.
Η υπέρβαση του 100% δεν αποτελεί αυτομάτως σημείο εκδήλωσης κρίσης. Η συνεχιζόμενη αύξηση, όμως, του χρέους ταχύτερα από την οικονομία περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος συνδυασμός ανάπτυξης, φορολογικών εσόδων και δαπανών μπορεί να σταθεροποιήσει και τελικά να μειώσει την αναλογία.
Γιατί η ανάπτυξη 3% δεν αρκεί
Η προσδοκία ότι ένας ισχυρότερος αναπτυξιακός ρυθμός θα λύσει το πρόβλημα παραμένει κεντρική στην οικονομική συζήτηση. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει υποστηρίξει ότι ανάπτυξη 3% θα επέτρεπε στη χώρα να ξεπεράσει το δημοσιονομικό της βάρος.
Οι υπολογισμοί, ωστόσο, δείχνουν διαφορετική εικόνα. Η αντικατάσταση της μακροπρόθεσμης παραδοχής ανάπτυξης 1,9% με 3% στις δημοσιονομικές προβολές οδηγεί κυρίως σε σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Για ουσιαστική υποχώρησή του απαιτείται διατηρήσιμος ρυθμός περίπου 3,5% έως 4%.
Το 3,4% του τρίτου τριμήνου, σε ετησιοποιημένη βάση, δεν τεκμηριώνει ακόμη μια τέτοια διαδρομή. Τα τριμηνιαία μεγέθη επηρεάζονται από μεταβολές στις εισαγωγές, στις εξαγωγές και από συγκυριακούς παράγοντες. Η ανάπτυξη των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων διαμορφώνεται στο 2,1%, παρά τη μεγάλη επενδυτική κινητοποίηση στην τεχνολογία.
Από την έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας Τραμπ, ο ετήσιος ρυθμός υπολογίζεται σε 2,7% ή 2,3%, ανάλογα με το τρίμηνο αφετηρίας. Στη δεκαετία, που περιλαμβάνει την πανδημική ύφεση, ο μέσος ρυθμός ήταν 2,5%. Οι μακροχρόνιοι σχεδιασμοί χρειάζεται επομένως να ενσωματώνουν και τις περιόδους συρρίκνωσης, αντί να προεκτείνουν τις καλύτερες επιδόσεις.
Το στοίχημα της τεχνητής νοημοσύνης
Η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί προσδοκίες μεγαλύτερης παραγωγικότητας και ταχύτερης ανάπτυξης. Η μετατροπή αυτών των προσδοκιών σε ασφαλή βάση δημοσιονομικού σχεδιασμού παραμένει, ωστόσο, πρόωρη. Τα οφέλη δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί με τρόπο που να εγγυάται σταθερά υψηλότερους ρυθμούς.
Επιπλέον, μια τεχνολογική μετάβαση μπορεί να συνοδευτεί από προσωρινή απώλεια θέσεων εργασίας. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, τα φορολογικά έσοδα θα δέχονταν πίεση και οι δημόσιες δαπάνες θα αυξάνονταν. Στους κινδύνους περιλαμβάνεται επίσης μια χρηματιστηριακή διόρθωση μετά την επενδυτική έκρηξη.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η ταχεία τεχνολογική πρόοδος δεν αποκλείει σοβαρές οικονομικές αναταράξεις. Το κραχ του 1929 και η Μεγάλη Ύφεση συνέπεσαν με μια περίοδο εξαιρετικά ισχυρής αύξησης της αμερικανικής παραγωγικότητας. Η καινοτομία, συνεπώς, δεν εξουδετερώνει κάθε δημοσιονομικό ή χρηματοπιστωτικό κίνδυνο.
Οι δύο προηγούμενες μειώσεις του χρέους
Οι ΗΠΑ έχουν περιορίσει σημαντικά το χρέος τους στο παρελθόν. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αναλογία είχε κορυφωθεί στο 106,1% του ΑΕΠ το 1946. Αρχικά ακολούθησαν μεγάλα πλεονάσματα και αποπληρωμές, ενώ αργότερα η οικονομία αναπτυσσόταν ταχύτερα από το χρέος.
Καθοριστική ήταν η συγκράτηση των ελλειμμάτων: από το 1947 έως το 1974 το μέσο δημοσιονομικό ισοζύγιο διαμορφώθηκε στο -0,4% του ΑΕΠ, έναντι -6,2% το 2026. Η κυβέρνηση δεν συρρικνώθηκε. Οι πραγματικές δαπάνες τριπλασιάστηκαν, αλλά τα έσοδα ακολούθησαν σχεδόν αντίστοιχη πορεία, με συμβολή και των φορολογικών αυξήσεων.
Στη δεύτερη περίοδο, τη δεκαετία του ’90, συνδυάστηκαν αυξήσεις φόρων και περιορισμός της αύξησης των δαπανών, με ευνοϊκή επίδραση από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Οι δαπάνες υποχώρησαν από 21,7% του ΑΕΠ το 1991 σε 17,7% το 2000 και το 2001.
Ακολούθησαν τέσσερα συνεχόμενα πλεονασματικά έτη, ενώ το χρέος μειώθηκε από 47,9% του ΑΕΠ το 1993 σε 31,5% το 2001. Το αποτέλεσμα στηρίχθηκε σε συνδυασμό οικονομικής επέκτασης και δημοσιονομικών αποφάσεων.
Οι επιλογές που επιστρέφουν στο τραπέζι
Έκτοτε, οι φοροελαφρύνσεις διαδέχονταν η μία την άλλη και οι δαπάνες αυξήθηκαν ξανά, φτάνοντας στο 22,9% του ΑΕΠ το 2026. Η απόσταση ανάμεσα στα έσοδα και στις υποχρεώσεις καθιστά δυσκολότερη την επιστροφή σε βιώσιμη πορεία.
Οι διαθέσιμες προσεγγίσεις, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg περιλαμβάνουν συγκράτηση της αύξησης των δαπανών, ήπιες αυξήσεις φορολογικών συντελεστών και περιορισμό φορολογικών εξαιρέσεων για επιχειρήσεις και υψηλά εισοδήματα. Μια ακόμη επιλογή είναι η εισαγωγή ήπιου εθνικού ΦΠΑ στην κατανάλωση. Η πολιτική δυσκολία παραμένει μεγάλη, αλλά η ιστορία δείχνει ότι η μείωση του χρέους απαιτεί συγκεκριμένες αποφάσεις, πέρα από αισιόδοξες αναπτυξιακές παραδοχές.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.