Την πώληση της συμμετοχής του στη BNP Paribas, αξίας περίπου 5,4 δισ. ευρώ, εξετάζει το Βέλγιο, καθώς εντείνονται οι πιέσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης για την αποδέσμευση του Δημοσίου από τραπεζικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται το ποσοστό 5,7% που κατέχει το βελγικό κράτος στη γαλλική τράπεζα, με ορισμένα μέλη του πεντακομματικού κυβερνητικού συνασπισμού υπό τον πρωθυπουργό Μπαρτ Ντε Βέβερ να υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη αποεπένδυση πρέπει να αποτελέσει την επόμενη προτεραιότητα.
Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις διαβουλεύσεις, η πώληση δεν αναμένεται να πραγματοποιηθεί άμεσα, ούτε θεωρείται ότι συνδέεται ευθέως με τις δύσκολες διαπραγματεύσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό. Ωστόσο, ενισχύεται η τάση υπέρ της διάθεσης του πακέτου μετοχών, αφού ολοκληρωθούν οι υπόλοιπες διαδικασίες αποκρατικοποίησης που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Με βάση την τρέχουσα χρηματιστηριακή αποτίμηση της BNP Paribas, η οποία προσεγγίζει τα 95 δισ. ευρώ, το βελγικό ποσοστό αντιστοιχεί σε αξία περίπου 5,4 δισ. ευρώ ή 6,1 δισ. δολαρίων.
Προηγείται η πώληση του 20% της Belfius
Η βελγική κυβέρνηση βρίσκεται ήδη σε τροχιά πώλησης του 20% της Belfius Bank έως το τέλος του 2026, με τη διαδικασία να έχει περάσει στο στάδιο των δεσμευτικών προσφορών.
Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί συζητήσεις για το μέλλον της ασφαλιστικής Ethias, με τις επιλογές να περιλαμβάνουν την απόσχιση της τεχνολογικής μονάδας Keyes, αλλά και το ενδεχόμενο συνεργασίας ή επιχειρηματικής συνένωσης με την Belfius.
Πρόσωπο με γνώση των σχετικών συζητήσεων ανέφερε ότι οποιαδήποτε κίνηση για την πώληση του ποσοστού της BNP Paribas είναι πιθανότερο να ακολουθήσει την ολοκλήρωση των υφιστάμενων αποεπενδύσεων.
Εκπρόσωποι υπουργών των πέντε κομμάτων που συμμετέχουν στη βελγική κυβέρνηση, όπως και η BNP Paribas, αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις πληροφορίες.
Από τη διάσωση της Fortis το 2008 στη σημερινή αποεπένδυση
Η συμμετοχή του βελγικού Δημοσίου στην BNP Paribas αποτελεί κληρονομιά της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008.
Τότε, η γαλλική τράπεζα απέκτησε τον έλεγχο της Fortis, η οποία αποτελούσε τον μεγαλύτερο όμιλο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών του Βελγίου, μετά την παρέμβαση του κράτους για τη διάσωσή της.
Η συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα το Βέλγιο να καταστεί ο μεγαλύτερος μέτοχος της BNP Paribas, αποκτώντας μια σημαντική στρατηγική συμμετοχή σε έναν από τους ισχυρότερους ευρωπαϊκούς τραπεζικούς ομίλους.
Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, η κυβέρνηση επανεξετάζει κατά πόσο η διατήρηση αυτής της επένδυσης εξυπηρετεί τις σημερινές της προτεραιότητες.
Ο υπουργός Οικονομικών Γιαν Γιαμπόν έχει ήδη εκφράσει την προθυμία του να εξετάσει την πώληση κρατικών περιουσιακών στοιχείων που δεν θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.
Κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής ακρόασης τον Ιούνιο, με αντικείμενο την πώληση της συμμετοχής στη Belfius, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι, κατά την άποψή του, η κατοχή μιας τράπεζας δεν αποτελεί βασική αποστολή του κράτους.
Ωστόσο, εκπρόσωπός του απέφυγε να διευκρινίσει εάν ο υπουργός θεωρεί στρατηγικής σημασίας τη συμμετοχή στην BNP Paribas.
Το ευρωπαϊκό κύμα τραπεζικών αποκρατικοποιήσεων
Η βελγική πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που καταγράφεται στην Ευρώπη, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις των τραπεζικών μετοχών τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για την πώληση κρατικών συμμετοχών.
Αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν πλέον να περιορίσουν την παρουσία τους σε τράπεζες, στις οποίες απέκτησαν μερίδια κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, πριν από σχεδόν 20 χρόνια.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η Banca Monte dei Paschi di Siena στην Ιταλία, η Commerzbank στη Γερμανία και η ABN Amro στην Ολλανδία.
Η ανάκαμψη των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων επιτρέπει στα κράτη να εξετάζουν την αξιοποίηση αυτών των περιουσιακών στοιχείων, περιορίζοντας παράλληλα την άμεση συμμετοχή τους στον τραπεζικό τομέα.
Δημοσιονομικές πιέσεις και πολιτικές διαφωνίες
Παρά τις πιέσεις για την πώληση, η λήψη οριστικής απόφασης ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη λόγω των διαφωνιών μεταξύ των πέντε κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού.
Η κυβέρνηση του Μπαρτ Ντε Βέβερ βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με έντονες διαπραγματεύσεις για τον επόμενο προϋπολογισμό, καθώς επιδιώκει να εξασφαλίσει δημοσιονομική εξοικονόμηση περίπου 10 δισ. ευρώ έως το 2029.
Η ιδέα πώλησης του ποσοστού της BNP Paribas είχε εξεταστεί και το 2025, όταν η κυβέρνηση αναζητούσε τρόπους χρηματοδότησης ενός αμυντικού ταμείου.
Τελικά, αντί της διάθεσης του ποσοστού στη γαλλική τράπεζα, επελέγη η πώληση του 20% της Belfius.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της 30ής Ιουνίου, η κρατική επενδυτική εταιρεία SFPIM κατείχε το 5,7% των δικαιωμάτων ψήφου της BNP Paribas, αποτελώντας τον δεύτερο μεγαλύτερο μέτοχό της μετά την BlackRock.
Η συζήτηση πραγματοποιείται σε μια ιδιαίτερα πιεστική δημοσιονομική συγκυρία για το Βέλγιο.
Η χώρα κατέγραψε πέρυσι το υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα στην Ευρωζώνη, στο 5,2% του ΑΕΠ, ενώ η κεντρική τράπεζα του Βελγίου προβλέπει περαιτέρω επιδείνωση, με το έλλειμμα να φτάνει στο 5,7% του ΑΕΠ το 2028.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συμμετοχή στην BNP Paribas αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό περιουσιακό στοιχείο για το βελγικό Δημόσιο. Ωστόσο, η αξιοποίησή της θα εξαρτηθεί τόσο από την ολοκλήρωση των άλλων αποεπενδύσεων όσο και από τη δυνατότητα επίτευξης πολιτικής συμφωνίας στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
