Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα που οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, νέα οικονομική ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Brexit είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομία, αν και μέρος των απωλειών θα μπορούσε να ανακτηθεί μέσω στενότερων εμπορικών σχέσεων με τις Βρυξέλλες.
Σύμφωνα με την εκτίμηση, η βρετανική οικονομία είναι σήμερα κατά 2% έως 4% μικρότερη σε σχέση με το σενάριο στο οποίο η χώρα θα είχε παραμείνει στην ενιαία αγορά της ΕΕ. Η κεντρική εκτίμηση τοποθετεί τη μόνιμη απώλεια στο 2,5% του ΑΕΠ, κάτι που μεταφράζεται σε περίπου 30 δισ. στερλίνες ετησίως λιγότερα φορολογικά έσοδα για το βρετανικό δημόσιο.
Οι αναλυτές σημειώνουν ότι, παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες και τις αποκλίσεις στις εκτιμήσεις, το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο: το Brexit είχε ουσιαστικό οικονομικό κόστος και η βρετανική οικονομία παραμένει μικρότερη από ό,τι θα ήταν εάν δεν είχε αποχωρήσει από την ΕΕ.
Ξανά στο προσκήνιο
Η συζήτηση για τις επιπτώσεις του Brexit αναζωπυρώνεται καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι πλέον η πλειοψηφία των Βρετανών βλέπει θετικά την προοπτική επαναπροσέγγισης ή ακόμη και επανένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ επιδιώκει στενότερη συνεργασία με τις Βρυξέλλες, ενώ κορυφαία στελέχη των Εργατικών έχουν αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο βαθύτερης σύνδεσης με την ευρωπαϊκή αγορά στο μέλλον.
Η ανάλυση εξετάζει διάφορα οικονομικά μοντέλα και καταλήγει σε χαμηλότερες εκτιμήσεις ζημίας από ορισμένες πρόσφατες ακαδημαϊκές μελέτες που έκαναν λόγο για απώλειες 6% έως 8% του ΑΕΠ.
Τα σενάρια επαναπροσέγγισης με την ΕΕ
Οι οικονομολόγοι αξιολόγησαν τρεις διαφορετικές επιλογές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις εμπορικές σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να ανακτήσουν μέρος των χαμένων οικονομικών οφελών.
Η πρώτη επιλογή αφορά την επανένταξη σε τελωνειακή ένωση με την ΕΕ.
Ένα τέτοιο μοντέλο θα περιόριζε σημαντικό μέρος των γραφειοκρατικών εμποδίων στις εξαγωγές αγαθών και θα καταργούσε τους ελέγχους προέλευσης προϊόντων για τις βρετανικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο θα έπρεπε να υιοθετήσει τους ευρωπαϊκούς δασμούς και να εγκαταλείψει ανεξάρτητες εμπορικές συμφωνίες με χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ινδία και τα κράτη του Κόλπου.
Παράλληλα, οι υπηρεσίες θα παρέμεναν εκτός συμφωνίας και η συνολική οικονομική ενίσχυση εκτιμάται ως σχετικά περιορισμένη.

Μοντέλο τύπου Ελβετίας: Όφελος 0,8 ποσοστιαίες μονάδες
Η δεύτερη επιλογή προβλέπει μια σειρά διμερών συμφωνιών ανά τομέα, στα πρότυπα της Ελβετίας.
Το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να προσφέρει πρόσβαση στην ενιαία αγορά σε συγκεκριμένους κλάδους, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων υπηρεσιών και επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
Το βασικό πλεονέκτημα είναι η βαθύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά στους τομείς που θα επιλεγούν. Από την άλλη πλευρά, το Λονδίνο θα έπρεπε να αποδεχθεί ευρωπαϊκούς κανόνες χωρίς να έχει λόγο στη διαμόρφωσή τους, ενώ η διαπραγμάτευση ενός τόσο σύνθετου πλαισίου θα μπορούσε να διαρκέσει πολλά χρόνια.

Πρόσβαση στην ενιαία αγορά αγαθών: Όφελος 1,2 ποσοστιαίες μονάδες
Η τρίτη και πιο αποδοτική οικονομικά επιλογή θα ήταν μια ειδική συμφωνία που θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να συμμετέχει στην ενιαία αγορά μόνο για τα αγαθά.
Σύμφωνα με την ανάλυση, αυτή η λύση θα μπορούσε να αποφέρει το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος, καθώς θα μείωνε δραστικά τόσο τους δασμολογικούς όσο και τους μη δασμολογικούς φραγμούς, περιορίζοντας σχεδόν πλήρως τις συνοριακές καθυστερήσεις και το διοικητικό κόστος.
Ωστόσο, οι προηγούμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών προσέκρουσαν στο ζήτημα της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων, ενώ η Βρετανία θα έπρεπε να αποδεχθεί σημαντικούς περιορισμούς στην ανεξαρτησία της ως προς τους κανονισμούς και τις εμπορικές συμφωνίες.
Διαβάστε ακόμη
Μερίσματα τραπεζών: Οι δύο παράγοντες που θα κρίνουν τις επόμενες διανομές (πίνακας)
Νεμπής: Στην Ελλάδα τα δίκτυα ήταν, είναι και θα είναι ταυτόσημα με τον ΟΤΕ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.