Η Engie περνά σε επιθετική φάση επέκτασης, καθώς η διευθύνουσα σύμβουλος Κατρίν ΜακΓκρέγκορ, ύστερα από τέσσερα χρόνια προσεκτικής στρατηγικής στις συμφωνίες, προχώρησε στη μεγαλύτερη εξαγορά της θητείας της: ένα στοίχημα 10,5 δισ. λιρών (14,2 δισ. δολαρίων) στα βρετανικά δίκτυα ηλεκτρισμού.
Με την απόκτηση της UK Power Networks, του μεγαλύτερου διαχειριστή διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στη Βρετανία, η γαλλική εταιρεία κοινής ωφέλειας επενδύει στην αυξανόμενη ζήτηση που δημιουργούν οι φορτιστές ηλεκτρικών οχημάτων και τα κέντρα δεδομένων. Η συμφωνία προσφέρει στην Engie έναν δεύτερο πυλώνα ανάπτυξης, πέραν των ανανεώσιμων πηγών και της αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες, και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους επενδυτές.
Όπως αναφέρει το Bloomberg, σε παγκόσμιο επίπεδο, οι διαχειριστές δικτύων υλοποιούν πολυετή επενδυτικά προγράμματα τεράστιας κλίμακας, προκειμένου να ανταποκριθούν στη ραγδαία αύξηση της ζήτησης για πρόσβαση στα δίκτυα. Ήδη δυσκολεύονταν να συνδέσουν νέες μονάδες παραγωγής, όπως αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα, ενώ η πρόσφατη έκρηξη των κέντρων δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη έχει κατακλύσει τα δίκτυα με αιτήματα σύνδεσης.
«Βλέπουμε ισχυρή δυναμική για την ενεργειακή μετάβαση στο Ηνωμένο Βασίλειο», δήλωσε η 53χρονη επικεφαλής της Engie σε επενδυτές. Η μετάβαση αυτή «απαιτεί μαζικές επενδύσεις στα δίκτυα», κάτι που, όπως υποστήριξε, θα ενισχύσει την κερδοφορία και θα αυξήσει την προβλεψιμότητα των κερδών και των ταμειακών ροών της εταιρείας.

Οι κινήσεις των Ευρωπαίων ανταγωνιστών
Ανταγωνιστές στην Ευρώπη, όπως η ισπανική Iberdrola, η ιταλική Enel και η γερμανική EON , έχουν ήδη ανακοινώσει σχέδια για διπλασιασμό των επενδύσεων στα δίκτυα και επιτάχυνση της απομάκρυνσης από τα ορυκτά καύσιμα. Η Engie θεωρούνταν πιο αργή σε αυτή τη στροφή, καθώς σημαντικό μέρος των εσόδων της προερχόταν από τα γαλλικά δίκτυα φυσικού αερίου και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι ευκαιρίες εξαγοράς δικτύων είναι σχετικά περιορισμένες. Πριν από λιγότερα από δύο χρόνια, η Engie είχε χάσει τη μάχη από την Iberdrola για την εξαγορά της Electricity North West Ltd. στη Βρετανία. Η επιτυχία της τρέχουσας συμφωνίας διορθώνει τη διαχρονικά χαμηλότερη έκθεση της γαλλικής εταιρείας στα δίκτυα ηλεκτρισμού σε σχέση με τους ανταγωνιστές της, σημείωσαν αναλυτές της RBC.
Την Πέμπτη (26/2) Η μετοχή της Engie κατέγραψε άνοδο 7,2% στα 29,53 ευρώ, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών.
Η συμφωνία — συνολικής αξίας 15,8 δισ. λιρών συμπεριλαμβανομένου του χρέους — θα χρηματοδοτηθεί μέσω δανεισμού, πώλησης περιουσιακών στοιχείων ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ (4,7 δισ. δολάρια) και έκδοσης νέων μετοχών 3 δισ. ευρώ. Η εταιρεία διαβεβαίωσε ότι θα διατηρήσει την επενδυτική της βαθμίδα.
«Η αγορά φαίνεται να θεωρεί ότι η αναχρηματοδότηση θα εξελιχθεί ομαλά, καθώς η συμφωνία συνοδεύεται από υψηλότερη καθοδήγηση κερδών», ανέφερε ο Ζαν-Φρανσουά Ντελκέρ, διαχειριστής κεφαλαίων στην HMG Finance στο Παρίσι. Όπως πρόσθεσε, hedge funds τοποθετούνται δυναμικά σε κλάδους που θα ωφεληθούν από τη ζήτηση κέντρων δεδομένων, στοιχείο που στηρίζει τη δυναμική της μετοχής της Engie.
Από την ανάληψη των καθηκόντων της στις αρχές του 2021, η ΜακΓκρέγκορ είχε δώσει προτεραιότητα σε επενδύσεις σε ίδια έργα της εταιρείας και σε μικρές και μεσαίες εξαγορές, κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές. Σε αυτές περιλαμβάνεται η εξαγορά περιουσιακών στοιχείων αποθήκευσης ενέργειας σε μπαταρίες στις ΗΠΑ αξίας 1,6 δισ. δολαρίων το 2023, καθώς και περιορισμένες επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς ενέργειας στη Νότια Αμερική.
Παράλληλα, προχώρησε σε σημαντικές αποεπενδύσεις, πωλώντας τη μονάδα υπηρεσιών Equans έναντι 7,1 δισ. ευρώ και απομακρύνοντας από το χαρτοφυλάκιο λιγότερο κερδοφόρες δραστηριότητες και μονάδες παραγωγής.
Η εξαγορά της UK Power Networks, όπως τόνισε, δεν θα ανακόψει το επενδυτικό σχέδιο της Engie σε ηλιακή, αιολική ενέργεια, βιοαέριο και μπαταρίες. Πρόκειται για «διαρθρωτική κίνηση» που σημαίνει ότι η εταιρεία δεν θα χρειαστεί νέες αγορές δικτύων για χρόνια.
Ωστόσο, εκπρόσωπος εργαζομένων της Engie στη Γαλλία προειδοποίησε ότι η συμφωνία ενέχει κινδύνους. Η αύξηση του χρέους, όπως ανέφερε ο Γιοάν Τιεμπό της συνδικαλιστικής οργάνωσης CGT, ενδέχεται να εντείνει τις πιέσεις για μείωση κόστους εις βάρος του προσωπικού. Ακόμη και μια περιορισμένη αλλαγή στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Ηνωμένου Βασιλείου θα μπορούσε να πλήξει την αξία της συμφωνίας, σημείωσε.
Η ΜακΓκρέγκορ απάντησε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει «ένα από τα καλύτερα ρυθμιστικά πλαίσια στον τομέα της ενέργειας», με περιορισμένες προκλήσεις για την ενσωμάτωση της UKPN, εκφράζοντας παράλληλα εμπιστοσύνη στο χρηματοδοτικό σχέδιο, βάσει της εμπειρίας της εταιρείας στις αποεπενδύσεις.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.