Η ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τις κεντρικές τράπεζες μετατρέπεται σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές αντιπαραθέσεις της εποχής. Έπειτα από δεκαετίες, σύμφωνα με το Bloomberg, κατά τις οποίες η αυτονομία στη νομισματική πολιτική θεωρούνταν βασικός πυλώνας οικονομικής σταθερότητας, κυβερνήσεις και πολιτικά κόμματα επανεξετάζουν πλέον πόση ελευθερία πρέπει να διαθέτουν οι κεντρικοί τραπεζίτες.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξημένου δημόσιου χρέους, επίμονων πληθωριστικών κινδύνων και υψηλού κόστους δανεισμού. Η ανεξαρτησία των νομισματικών αρχών επέτρεψε επί δεκαετίες τη λήψη δύσκολων αποφάσεων χωρίς την άμεση πίεση εκλογικών κύκλων. Το ιστορικό σημείο αναφοράς παραμένει ο Πολ Βόλκερ, ο οποίος ως πρόεδρος της Federal Reserve ανέβασε τα επιτόκια έως το 20% για να αντιμετωπίσει τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό.
Η παραχώρηση αυτής της αυτονομίας συνέβαλε στην εξομάλυνση των οικονομικών κύκλων και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας της νομισματικής πολιτικής. Δεν απέτρεψε, όμως, σοβαρά λάθη. Οι κεντρικές τράπεζες άργησαν να αντιληφθούν το μέγεθος της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007-2009, διατήρησαν επί χρόνια εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια και βρέθηκαν αργότερα αντιμέτωπες με κατηγορίες ότι συνέβαλαν στη δημιουργία υπερβολών στις αγορές μετοχών και ακινήτων.
Ακολούθησε η πανδημία, όταν ο πληθωρισμός υποτιμήθηκε αρχικά ως προσωρινό φαινόμενο και τελικά ανάγκασε τις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες να πραγματοποιήσουν μία από τις ταχύτερες αυξήσεις επιτοκίων των τελευταίων δεκαετιών.
Η πολιτική πίεση και τα όρια της αυτονομίας
Η κριτική σήμερα δεν περιορίζεται στα επιτόκια. Οι κεντρικές τράπεζες κατηγορούνται ότι διεύρυναν υπερβολικά το πεδίο δράσης τους, παρεμβαίνοντας σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, η κοινωνική ανισότητα και η κρατική οικονομική πολιτική, τα οποία παραδοσιακά ανήκουν στις κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια.
Η πολιτική πίεση γίνεται ήδη ορατή. Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μεγαλύτερη επιρροή στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ στη Βρετανία η Τράπεζα της Αγγίας βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο πολιτικών δυνάμεων. Στη Νέα Ζηλανδία, αντίστοιχα, περιορίστηκαν ορισμένες αρμοδιότητες της κεντρικής τράπεζας.
Η αμφισβήτηση αυτή εμπεριέχει σημαντικό οικονομικό κίνδυνο. Εάν οι αγορές θεωρήσουν ότι οι αποφάσεις για τα επιτόκια υπαγορεύονται από κυβερνητικές ανάγκες, οι πληθωριστικές προσδοκίες μπορούν να αποσταθεροποιηθούν. Οι αποδόσεις των ομολόγων ενδέχεται να γίνουν περισσότερο ευμετάβλητες και οι επενδυτές να απαιτούν μεγαλύτερο ασφάλιστρο κινδύνου για να χρηματοδοτούν κυβερνήσεις.
Η εμπειρία της δεκαετίας του ’70 αποτελεί χαρακτηριστική υπενθύμιση. Η πολιτική δυσκολία αντιμετώπισης του πληθωρισμού οδήγησε σε περιόδους έντονης αστάθειας, μέχρις ότου η νομισματική πολιτική απέκτησε μεγαλύτερη ανεξαρτησία.
Αυτονομία, ωστόσο, δεν σημαίνει απουσία ελέγχου. Οι κεντρικές τράπεζες αντλούν τις αρμοδιότητές τους από τα κοινοβούλια και επομένως χρειάζονται λογοδοσία, διαφάνεια και τακτική αξιολόγηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η αξιολόγηση της Τράπεζας της Αγγίας το 2024 υπό τον πρώην πρόεδρο της Fed Μπεν Μπερνάνκι, η οποία ανέδειξε αδυναμίες στις οικονομικές προβλέψεις και στην επικοινωνία. Αντίστοιχη αξιολόγηση στην Αυστραλία είχε εντοπίσει υπερβολική εσωστρέφεια, ενώ η εντολή της Τράπεζας του Καναδά επανεξετάζεται ανά πενταετία.
Η κεντρική τράπεζα του 21ου αιώνα
Ένα σύγχρονο μοντέλο κεντρικής τράπεζας χρειάζεται να συνδυάζει λειτουργική ανεξαρτησία και αυστηρή λογοδοσία. Οι στόχοι πρέπει να καθορίζονται από τα δημοκρατικά εκλεγμένα όργανα, αλλά οι αποφάσεις για τον τρόπο επίτευξής τους να παραμένουν στους υπεύθυνους της νομισματικής πολιτικής.
Παράλληλα απαιτείται σαφής μηχανισμός έκτακτης ανάγκης. Οι μεγάλες κρίσεις απέδειξαν ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να κινηθούν πέρα από τα συμβατικά εργαλεία τους για να αποτρέψουν μια οικονομική κατάρρευση.
Η χρηματοπιστωτική κρίση και η πανδημία άλλαξαν δραματικά τα όρια μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Οι κεντρικές τράπεζες αγόρασαν τεράστιες ποσότητες κρατικών τίτλων, διοχετεύοντας ρευστότητα στις οικονομίες και συμπιέζοντας τα μακροπρόθεσμα επιτόκια.
Μέχρι το τέλος του 2021, η Fed, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Αγγίας και η Τράπεζα της Ιαπωνίας είχαν συγκεντρώσει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας περίπου 57 τρισ. δολαρίων, έναντι περίπου 10 τρισ. δολαρίων πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers.
Οι παρεμβάσεις αυτές ήταν κρίσιμες για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά δημιούργησαν και ένα δύσκολο προηγούμενο. Η μεγάλη κατοχή κρατικού χρέους έφερε τις νομισματικές αρχές πολύ πιο κοντά στη δημοσιονομική πολιτική και έκανε δυσκολότερη την απόσυρση των έκτακτων μέτρων.
Χρέος και ο φόβος της νομισματικής χρηματοδότησης
Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία μπορεί να προέλθει από τα διογκωμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και δημόσια χρέη. Οι επενδυτές ανησυχούν ότι κυβερνήσεις χωρίς πειστικό σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης μπορεί να πιέσουν τις κεντρικές τράπεζες να διευκολύνουν τον δανεισμό τους.
Η άμεση χρηματοδότηση κρατικών αναγκών μέσω της κεντρικής τράπεζας μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικίνδυνη εκτός πραγματικών συνθηκών έκτακτης ανάγκης. Οι φόβοι αυτοί αντανακλώνται ήδη στις αγορές ομολόγων, όπου οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Στις ΗΠΑ, η συζήτηση έχει αποκτήσει νέα ένταση. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει ασκήσει κριτική στη διεύρυνση του ρόλου της Fed, ενώ ο πρόεδρός της Κέβιν Γουόρς έχει ταχθεί υπέρ μεγαλύτερης επικέντρωσης στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού και περιορισμού της ανάμειξης σε ευρύτερα ζητήματα κρατικής πολιτικής.
Η κριτική για υπέρβαση αρμοδιοτήτων δεν στερείται βάσης. Ωστόσο, πολλές από τις ασυνήθιστες παρεμβάσεις των προηγούμενων ετών πραγματοποιήθηκαν επειδή οι κυβερνήσεις ζήτησαν από τις κεντρικές τράπεζες να λειτουργήσουν ως τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι σε πρωτοφανείς κρίσεις.
Η μεγαλύτερη πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι η επιλογή μεταξύ πλήρους ανεξαρτησίας και πολιτικού ελέγχου. Είναι η δημιουργία σαφών ορίων, αξιόπιστων μηχανισμών λογοδοσίας και κοινωνικής νομιμοποίησης.
Όπως είχε αντιληφθεί ήδη ο Βόλκερ, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg, καμία κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να παραμείνει πραγματικά ανεξάρτητη εάν οι αποφάσεις της απομακρύνονται πλήρως από την κατανόηση και την αποδοχή της κοινωνίας. Η αξιοπιστία αποτελεί τελικά το σημαντικότερο κεφάλαιό της.
Σε έναν κόσμο συχνότερων κρίσεων, υψηλότερου χρέους και επίμονων πληθωριστικών κινδύνων, οι οικονομίες χρειάζονται κεντρικές τράπεζες ικανές να παίρνουν δύσκολες αποφάσεις. Χρειάζονται όμως ταυτόχρονα θεσμούς που εξηγούν τις επιλογές τους, αποδέχονται τον έλεγχο και γνωρίζουν τα όρια της εντολής τους. Η ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Mπορεί όμως να παραμείνει αποτελεσματική, εφόσον συνοδεύεται από λογοδοσία, σαφείς αρμοδιότητες και, πάνω απ’ όλα, εμπιστοσύνη.
Διαβάστε ακόμη
Bitcoin: Το κενό ασφαλείας που άνοιξε τον δρόμο για κλοπές δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
