Η αγορά καλλυντικών της Νότιας Αφρικής, αξίας 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αναπτύσσεται γρήγορα και εξελίσσεται σε έναν σημαντικό τομέα ανταγωνισμού για τους λιανοπωλητές, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μια αδύναμη οικονομία, χαμηλή εμπιστοσύνη των καταναλωτών και ενισχυμένο ανταγωνισμό, σύμφωνα με το Bloomberg.

Τα προϊόντα ομορφιάς και προσωπικής φροντίδας, τα οποία προηγουμένως ήταν διαθέσιμα μόνο σε φαρμακεία και εξειδικευμένα καταστήματα, πλέον βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Πολυτελή καταστήματα, αλυσίδες ρούχων, ακόμα και σούπερ μάρκετ, αφιερώνουν ολοένα και περισσότερο χώρο στα ράφια τους για προϊόντα μακιγιάζ, περιποίησης δέρματος και μαλλιών, καθώς και αρώματα.

Η αλλαγή αυτή αντανακλά μια ευρύτερη προσπάθεια προσαρμογής των λιανοπωλητών, οι οποίοι επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους στην αγορά μέσω της εισαγωγής ιδιωτικών ετικετών, της επέκτασης της γκάμας διεθνών εμπορικών σημάτων και της εστίασης σε μια κατηγορία προϊόντων που παρουσιάζει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, την ίδια στιγμή που άλλοι τομείς της αγοράς βρίσκονται σε φάση στασιμότητας ή αργής εξέλιξης.

Η Woolworths Holdings Ltd., ένας από τους ηγέτες στην αγορά premium προϊόντων, έχει δημιουργήσει ειδικά τμήματα καλλυντικών στα μεγάλα καταστήματά της, συνδυάζοντας διεθνώς αναγνωρισμένες πολυτελείς μάρκες όπως La Mer και Chanel με τις δικές της σειρές προϊόντων τοπικής παραγωγής. «Τα έσοδα από το εν λόγω τμήμα έχουν υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία δύο χρόνια, και ανέρχονται σε περίπου 61 εκατομμύρια δολάρια, με τον όμιλο να αναμένει την ίδια απόδοση μέχρι το 2028», σύμφωνα με την Τζούλι Μαγκς, γενική διευθύντρια του τμήματος ομορφιάς.

Ο όμιλος Foschini Group Ltd., ο οποίος δραστηριοποιείται σε ποικίλους τομείς της αγοράς, καλύπτοντας τόσο την πολυτελή κατηγορία όσο και τα προϊόντα ευρύτερης κατανάλωσης, επενδύει στην επέκταση της γκάμας καλλυντικών του. Επιπλέον, σκοπεύει να διπλασιάσει τον αριθμό των καταστημάτων που διαθέτουν εξειδικευμένα τμήματα ομορφιάς.

Από την πλευρά της, η Pepkor Holdings Ltd., ο μεγαλύτερος πωλητής ενδυμάτων και κινητών τηλεφώνων στην Αφρική, λάνσαρε πρόσφατα μια νέα σειρά προϊόντων ομορφιάς σε 400 καταστήματα σε όλη την περιοχή.

Οι λιανοπωλητές που αντιμετωπίζουν αυξημένες οικονομικές πιέσεις θεωρούν την κατηγορία των προϊόντων ομορφιάς ιδιαίτερα ελκυστική. Τα συγκεκριμένα προϊόντα πωλούνται τακτικά, παρέχουν υψηλότερα περιθώρια κέρδους και εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με άλλες κατηγορίες, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας.

«Οι τοπικοί λιανοπωλητές θεωρούν τον τομέα της ομορφιάς ως μια αγορά με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και κερδοφορίας, στην οποία η συμμετοχή τους παραμένει περιορισμένη, γεγονός που δημιουργεί ευκαιρίες για ενίσχυση της παρουσίας τους και διεύρυνση του μεριδίου αγοράς», σημειώνει ο Σιντ Βιανέλο, ανεξάρτητος αναλυτής λιανικής στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής. Η είσοδος μεγάλων εταιρειών, που επενδύουν σε καταστήματα υψηλής ποιότητας, αυξάνει τη ζήτηση για προϊόντα ομορφιάς. Παράλληλα, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας των ομίλων όπως η TFG και η Woolworths διατηρούν σταθερά υψηλά περιθώρια κέρδους.

Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του κλάδου διαδραματίζει επίσης το λεγόμενο «φαινόμενο του κραγιόν», κατά το οποίο οι καταναλωτές συνεχίζουν να αγοράζουν μικρά και σχετικά προσιτά προϊόντα ομορφιάς, όπως κραγιόν ή αρώματα, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας.

Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας έρευνας αγοράς Euromonitor International, η αγορά προϊόντων ομορφιάς και προσωπικής φροντίδας της Νότιας Αφρικής παρουσίασε αύξηση 7% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 3,9 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024. Την ίδια περίοδο, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν αυξήθηκε μόλις κατά 0,6%, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα για 26 συνεχόμενα τρίμηνα.

Ακολουθεί γράφημα με τον μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της αγοράς προϊόντων ομορφιάς και προσωπικής φροντίδας στην Αφρική ανά χώρα (2019–2024):

Bloomberg

Η αγορά προϊόντων ομορφιάς στη Νότια Αφρική παρουσιάζει σημαντική ανάπτυξη, αντανακλώντας την αυξημένη ζήτηση για καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας που καταγράφεται σε άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Στη Νιγηρία και την Αιθιοπία, τις πιο πυκνοκατοικημένες χώρες της Αφρικής, η ανάπτυξη στον τομέα της ομορφιάς υπερβαίνει τον μέσο όρο της ηπείρου. Στην Ινδία, η ραγδαία εξάπλωση του ηλεκτρονικού εμπορίου στον τομέα της ομορφιάς και της μόδας έχει οδηγήσει στη δημιουργία νέων εταιρειών με εξαιρετικά υψηλή κεφαλαιοποίηση, καθώς και στην ανάδειξη αυτοδημιούργητων δισεκατομμυριούχων.

Η ομορφιά είναι κάτι βαθιά προσωπικό και συναισθηματικό, γεγονός που εξηγεί γιατί η ζήτηση για προϊόντα ομορφιάς παραμένει σταθερή ακόμη και σε περιόδους οικονομικής δυσκολίας», τόνισε ο Τζέιμι Λέιν, Διευθύνων Σύμβουλος της ARC, εταιρείας πρόσφατα μετέτρεψε το κεντρικό της κατάστημα στο Γιοχάνεσμπουργκ στο μεγαλύτερο κατάστημα ομορφιάς της Αφρικής. «Η ζήτηση», όπως επισημαίνει, «εμφανίζει ισχυρή και σταθερή ανάπτυξη, ενώ οι προτιμήσεις των καταναλωτών επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις δημοφιλείς μάρκες και τα νέα προϊόντα ομορφιάς, παρά από τις τιμές».

Τα δημογραφικά στοιχεία ευνοούν επίσης την ανάπτυξη της αγοράς. Η σταδιακή ενίσχυση των κοινωνικών και οικονομικών δυνατοτήτων σημαντικού μέρους του πληθυσμού, σε συνδυασμό με το νεαρό κοινό που χρησιμοποιεί καθημερινά τα social media, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον για τα καλλυντικά κι άλλα προϊόντα περιποίησης.

Στην Clicks Group Ltd., τη μεγαλύτερη αλυσίδα φαρμακείων της χώρας, τα προϊόντα περιποίησης δέρματος, μαλλιών και προσωπικής φροντίδας έχουν πλέον μεγαλύτερη συμβολή στον κύκλο εργασιών της, που φτάνει τα  2,9 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, σε σχέση με τα φαρμακευτικά προϊόντα.

Η αύξηση της κατανάλωσης οφείλεται κυρίως στη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα τόσο τοπικών, όσο και διεθνών εμπορικών σημάτων, όπως η Fenty Beauty της Ριάνα, καθώς και δημοφιλών κορεατικών και ιαπωνικών μαρκών. Αυτό προσφέρει στους καταναλωτές περισσότερες επιλογές και ενισχύει τη συνολική ζήτηση στην αγορά. Επιπλέον, τη ζήτηση ενισχύει η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, ιδιαίτερα μέσω εταιρειών κινεζικής προέλευσης, όπως η Shein και η Temu.

«Οι ηλικιωμένοι καταναλωτές μεσαίου και υψηλού εισοδήματος, που δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην υγεία τους και επιθυμούν να βελτιώσουν την εμφάνισή τους χωρίς αισθητικές επεμβάσεις, συμβάλλουν επίσης στη σταθερότητα και ανθεκτικότητα της αγοράς», όπως επισημαίνει η Μπερτίνα Έντζελμπρεχτ, CEO της Clicks. Ο όμιλος καταγράφει σημαντικές αποδόσεις από 44 καταστήματα με αναβαθμισμένους χώρους ομορφιάς και σχεδιάζει να επεκτείνει αυτό το μοντέλο σε περισσότερα από τα σχεδόν 1.000 καταστήματά του.

Οι ιδιωτικές ετικέτες, που προορίζονται για καταναλωτές οι οποίοι αναζητούν ποιοτικά προϊόντα σε προσιτές τιμές, γίνονται ολοένα και πιο δημοφιλείς. Οι λιανοπωλητές επενδύουν σημαντικά για να προσαρμόσουν τα προϊόντα στις τοπικές ανάγκες, από κρέμες και προϊόντα περιποίησης δέρματος που ανταποκρίνονται στις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, έως και παλέτες μακιγιάζ και προϊόντα για κάθε τύπο μαλλιών.

Η εμπορική απόδοση των εν λόγω προϊόντων παρουσιάζει σημαντική δυναμική. «Οι τιμές των προϊόντων διαμορφώνονται σε λογικά επίπεδα, χωρίς υπερβολικές επιβαρύνσεις για το εμπορικό σήμα, ενώ τα μικτά περιθώρια κέρδους παραμένουν υψηλότερα, καθώς δεν καταβάλλονται επιπλέον αμοιβές σε τρίτους για την επωνυμία», αναφέρει ο Άντονι Θούνστρεμ, διευθύνων σύμβουλος της TFG. Ο όμιλος στοχεύει σε τετραπλασιασμό των πωλήσεων προϊόντων ομορφιάς, φτάνοντας τα 305 εκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2030.

«Η στρατηγική αυτή ενέχει ορισμένους κινδύνους, όπως πιθανά λάθη στη διαχείριση των αποθεμάτων. Η προσφορά υπηρεσιών περιποίησης δέρματος και η παρουσίαση προϊόντων υψηλής ποιότητας προσθέτουν επιπλέον απαιτήσεις, καθώς χρειάζεται εκπαίδευση των συμβούλων και σωστή οργάνωση του χώρου στα καταστήματα», σημείωσε ο Άλεκ Άμπραχαμ, αναλυτής της Sasfin Securities στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Παρά τις προκλήσεις, η ανάπτυξη της αγοράς εκτείνεται πλέον πέρα από τα προϊόντα και στις υπηρεσίες, προσελκύοντας έμπειρους επιχειρηματίες. Ο Ίαν Φουρ, για παράδειγμα, δημιούργησε την Sorbet, τη μεγαλύτερη αλυσίδα σαλονιών ομορφιάς της Νότιας Αφρικής, και πραγματοποίησε ποικίλες επιτυχημένες πωλήσεις αξίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων.

Η πιο πρόσφατη επιχείρησή του, η Popsicle Professional Nails, άνοιξε δύο στούντιο περιποίησης τον Δεκέμβριο, πριν από την αιχμή της καλοκαιρινής περιόδου της Νότας Αφρικής. Η αρχική ζήτηση για τις υπηρεσίες και τα προϊόντα των δύο νέων καταστημάτων ήταν αρκετά ισχυρή, ώστε ο Φουρ και οι συνεργάτες του να επιταχύνουν τα σχέδια για την επέκταση της επιχείρησης μέσω franchise.

Ο αρχικός στόχος ήταν να ξεκινήσει το franchise σε περίπου ένα χρόνο. Τώρα, ο Φουρ αναμένει να το κάνει σε περίπου ένα εξάμηνο.

Ανάμεσα στους καταναλωτές που τροφοδοτούν τη ζήτηση για προϊόντα ομορφιάς συγκαταλέγεται και η Ρουφάρο Τσίσουο, 24χρονη μεταπτυχιακή φοιτήτρια, με επαγγελματική εμπειρία στο μοντάζ βίντεο. Παρά το επαγγελματικό της υπόβαθρο, ξόδευε περίπου 91 δολάρια το μήνα, δηλαδή περίπου το 8% του εισοδήματός της, σε προϊόντα μακιγιάζ και περιποίησης της επιδερμίδας. «Όσον αφορά την περιποίηση και ομορφιά της επιδερμίδας μου δεν κάνω ποτέ συμβιβασμούς, ανεξάρτητα από τα έσοδά μου», δήλωσε η ίδια.

Διαβάστε ακόμη 

UBS: Οι ελληνικές τράπεζες στο μικροσκόπιο των funds – Ποιοι μπαίνουν, ποιοι αλλάζουν θέση

Βιολάντα: Η αναπτυξιακή πορεία που επισκιάστηκε από την τραγωδία στα Τρίκαλα

Το πιο σύγχρονο αεροδρόμιο της Αφρικής – Η ιδέα πίσω από την αρχιτεκτονική του

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα