Τεράστια έσοδα που πλησιάζουν τα 19 δισ. δολάρια από τις συναλλαγές μετοχών αναμένεται να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street για το τρίτο τρίμηνο, στο πλαίσιο των οικονομικών αποτελεσμάτων που θα ανακοινώσουν τις επόμενες ημέρες.
Ωστόσο, πίσω από τις ισχυρές επιδόσεις αρχίζουν να διαμορφώνονται σημαντικές αποκλίσεις, καθώς η επιβράδυνση της δραστηριότητας στις κεφαλαιαγορές αναδεικνύει πλέον ξεκάθαρα τους κερδισμένους και τους χαμένους.
Πρόκειται για αισθητή αλλαγή σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του έτους, όταν σχεδόν και οι πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες επωφελήθηκαν από την έντονη συναλλακτική δραστηριότητα, τόσο στις αγορές μετοχών όσο και στις αγορές ομολόγων και άλλων προϊόντων σταθερού εισοδήματος.
«Το πρώτο εξάμηνο ήταν σχεδόν σαν να κέρδιζαν όλοι. Τώρα αυτό μπορεί να μην ισχύει πλέον», επεσήμανε ο Μάικ Μάγιο, αναλυτής της Wells Fargo. Όπως εκτίμησε, το τρίτο τρίμηνο είναι πιθανό να εμφανιστεί πολύ μεγαλύτερη απόκλιση στις επιδόσεις μεταξύ των τραπεζών που θα ξεχωρίσουν και εκείνων που θα μείνουν πίσω.
Σημειωτέον πως αύριο Τρίτη, 13 Οκτωβρίου, δημοσιεύουν τα οικονομικά τους μεγέθη οι JPMorgan Chase, Goldman Sachs, Citigroup και Wells Fargo, ενώ την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου ακολουθούν οι Bank of America και Morgan Stanley.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αναλυτών που συγκέντρωσε το Bloomberg, η Goldman Sachs αναμένεται να βρεθεί στην κορυφή με έσοδα 5,1 δισ. δολαρίων από τις συναλλαγές μετοχών, όταν ανακοινώσει τα αποτελέσματά της την Τρίτη.
Ακολουθεί η Morgan Stanley με προβλεπόμενα έσοδα 4,9 δισ. δολαρίων, ενώ για την JPMorgan Chase οι αναλυτές προβλέπουν 4,5 δισ. δολάρια. Αντίστοιχα, οι συναλλαγές μετοχών της Bank of America εκτιμάται ότι θα αποφέρουν 2,6 δισ. δολάρια.
Παρά την ισχυρή εικόνα στο trading μετοχών, άλλες δραστηριότητες των τραπεζών δέχονται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις. Η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει τις συναλλαγές σε προϊόντα σταθερού εισοδήματος, οι οποίες αναμένεται να αποφέρουν τα χαμηλότερα τριμηνιαία έσοδα του έτους για τις πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες.
Παράλληλα, τα υψηλότερα επιτόκια απειλούν να προκαλέσουν μεγαλύτερες διακυμάνσεις στους ισολογισμούς των τραπεζικών ομίλων.
Στις προκλήσεις προστίθενται και οι ανησυχίες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τον πιθανό αντίκτυπό της στο παραδοσιακό τραπεζικό μοντέλο. Ειδικότερα, οι επενδυτές προβληματίζονται για το ενδεχόμενο αυτόνομοι ψηφιακοί βοηθοί τεχνητής νοημοσύνης να κατευθύνουν καταθέσεις εκτός τραπεζών, αναζητώντας αποδοτικότερες επιλογές για τους πελάτες.
Οι φόβοι αυτοί έχουν ήδη ασκήσει πιέσεις στις τραπεζικές μετοχές. Το τρίτο τρίμηνο ήταν το χειρότερο για τον τραπεζικό δείκτη KBW Bank Index από τους πρώτους τρεις μήνες του 2023, όταν είχε ξεσπάσει η κρίση των περιφερειακών τραπεζών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Οι τραπεζικές μετοχές έχουν υποχωρήσει αισθητά εξαιτίας των ανησυχιών για την επιβράδυνση της αύξησης των εσόδων από τις κεφαλαιαγορές, το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και τα εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη», υποστήριξε ο Μάναν Γκοσάλια, αναλυτής της Morgan Stanley.
Πιέσεις στα ομόλογα από τα υψηλά επιτόκια
Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να λειτουργήσουν ευνοϊκά για τις τράπεζες όταν οδηγούν σε αύξηση των τόκων που εισπράττουν από τους πελάτες τους. Ωστόσο, δημιουργούν δυσκολίες στις δραστηριότητες συναλλαγών στις αγορές.
Οι μονάδες διαπραγμάτευσης προϊόντων σταθερού εισοδήματος των πέντε μεγαλύτερων αμερικανικών τραπεζών αναμένεται να εμφανίσουν έσοδα άνω των 19 δισ. δολαρίων στο τρίτο τρίμηνο, έναντι περισσότερων από 21 δισ. δολαρίων στο δεύτερο τρίμηνο.
Η πίεση στον συγκεκριμένο τομέα είχε ήδη αρχίσει να γίνεται εμφανής από τα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν η μετοχή της Bank of America σημείωσε απότομη πτώση μετά την προειδοποίηση του διευθύνοντος συμβούλου της, Μπράιαν Μόινιχαν, ότι τα έσοδα από συναλλαγές σε προϊόντα σταθερού εισοδήματος αναμένεται να μειωθούν κατά το τρίτο τρίμηνο.
Την ίδια περίοδο, ο επικεφαλής της Goldman Sachs, Ντέιβιντ Σόλομον, αναγνώρισε ότι η δραστηριότητα στα προϊόντα σταθερού εισοδήματος ήταν ασθενέστερη από εκείνη στις μετοχές, όπου οι επιδόσεις παρέμεναν «πολύ ισχυρές».
Ο Εμπραχίμ Πουναουάλα, αναλυτής της Bank of America, προβλέπει ότι η δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026 θα είναι «αισθητά ασθενέστερη» σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο. Σύμφωνα με σχετικό σημείωμά του, η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί ο σημερινός κύκλος ισχυρής δραστηριότητας στις κεφαλαιαγορές.
Την ίδια στιγμή, τα υψηλότερα επιτόκια προκαλούν διακυμάνσεις στην αξία ορισμένων περιουσιακών στοιχείων που διακρατούν οι τράπεζες. Οι μεταβολές αυτές αποτυπώνονται μέσω των λεγόμενων συσσωρευμένων λοιπών συνολικών εισοδημάτων, δημιουργώντας ενδεχομένως λογιστικές ζημιές που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα των οικονομικών αποτελεσμάτων.
Μια θετική παράμετρος εντοπίζεται, πάντως, στην αναδοχή εκδόσεων χρέους, καθώς πολλές επιχειρήσεις θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους τα επόμενα χρόνια.
«Στον τομέα της αναδοχής χρέους υπάρχει ένα μεγάλο κύμα αναχρηματοδοτήσεων την επόμενη τριετία, το οποίο σε έναν βαθμό θεωρείται δεδομένο», εξήγησε ο Μάγιο. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι μια περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να περιορίσει τη ζήτηση για ομόλογα.
Επιβράδυνση στις εξαγορές και συγχωνεύσεις
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τη Wall Street είναι η δυναμική των νέων επιχειρηματικών συμφωνιών και κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί τους επόμενους μήνες.
Οι επενδυτικοί τραπεζίτες διαπιστώνουν ήδη ενδείξεις επιβράδυνσης κατά το τρίτο τρίμηνο, με τη συνολική αξία των ανακοινωμένων συγχωνεύσεων και εξαγορών να υποχωρεί περίπου 10% σε ετήσια βάση κατά την περίοδο Ιουλίου – Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg.
Αντίθετα, οι αρχικές δημόσιες προσφορές (IPO) αποτέλεσαν έναν από τους πιο δυναμικούς τομείς της αγοράς στη διάρκεια του 2026.
Τον Ιούνιο, η SpaceX εισήχθη στο χρηματιστήριο μέσω μιας δημόσιας εγγραφής που κατέρριψε τα προηγούμενα ρεκόρ, ενώ η Anthropic προγραμματίζει συναντήσεις με υποψήφιους επενδυτές την επόμενη εβδομάδα, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη δική της εισαγωγή. Ωστόσο, δεν εξελίχθηκαν όλες οι σχεδιαζόμενες εισαγωγές χωρίς προβλήματα.
Τον Σεπτέμβριο, η Oura ανέβαλε τα σχέδιά της για δημόσια εγγραφή, επικαλούμενη την αβεβαιότητα στις αγορές. Αντίστοιχα, η Bamboo Insurance Services, η οποία υποστηρίζεται από τη CVC Capital Partners, μετέθεσε και αυτή την προγραμματισμένη εισαγωγή της στο χρηματιστήριο.
Ερωτηθείς για τη δυναμική των νέων συμφωνιών, ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, άφησε να εννοηθεί ότι η δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει επιβραδυνθεί σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο. «Αν μιλάμε για τις δημόσιες εγγραφές και τις συγχωνεύσεις και εξαγορές στην Ευρώπη, η προοπτική είναι αρκετά καλή», τόνισε την Τρίτη σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του Bloomberg. «Αν μιλάμε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, πιθανότατα υπήρξε μια μικρή επιβράδυνση τον Σεπτέμβριο», πρόσθεσε.
Προς το παρόν, οι αναλυτές αναμένουν ότι οι προμήθειες επενδυτικής τραπεζικής της JPMorgan θα αυξηθούν κατά 15% σε ετήσια βάση, ενώ για την Goldman Sachs προβλέπεται αύξηση 8,1% και για τη Morgan Stanley 1,9%.
Μια πρώτη εικόνα της περιόδου ανακοίνωσης αποτελεσμάτων στη Wall Street έδωσε ήδη τον Σεπτέμβριο η Jefferies Financial Group.
Η επενδυτική τραπεζική δραστηριότητα και οι συναλλαγές μετοχών της εταιρείας κατέγραψαν τριμηνιαία έσοδα-ρεκόρ, ωστόσο ο τομέας διαπραγμάτευσης προϊόντων σταθερού εισοδήματος εμφάνισε μείωση των καθαρών εσόδων κατά 26%.
Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί κινδύνους αλλά και ευκαιρίες
Παρά τις ανησυχίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να διαταράξει το παραδοσιακό τραπεζικό επιχειρηματικό μοντέλο, οι μεγάλες τράπεζες εξακολουθούν να επωφελούνται από τη χρηματοδότηση των τεράστιων επενδύσεων που απαιτεί η ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας.
«Ο συνολικός επενδυτικός κύκλος της τεχνητής νοημοσύνης είναι πολυετής και εκτείνεται πολύ πέρα από τις μεγάλες εταιρείες που διαχειρίζονται υποδομές υπολογιστικού νέφους», υποστήριξε ο Γκοσάλια της Morgan Stanley. Όπως εξήγησε, η επενδυτική έκρηξη γύρω από την AI αναμένεται να στηρίξει τη δραστηριότητα στις κεφαλαιαγορές για αρκετά χρόνια, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες χρηματοδότησης και άντλησης κεφαλαίων.
Παράλληλα, αναλυτές θεωρούν ότι η πρόσφατη πτώση των τραπεζικών μετοχών, εξαιτίας των φόβων για την τεχνητή νοημοσύνη, είναι υπερβολική. Μάλιστα, με δεδομένο ότι οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street αναμένεται να παρουσιάσουν ακόμη ένα ισχυρό τρίμηνο, οι χαμηλότερες αποτιμήσεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν επενδυτικές ευκαιρίες.
Διαβάστε ακόμη
Γραμμή 4: Χωρίς χρονοδιάγραμμα η επανεκκίνηση του μετροπόντικα
Πόσο αξιόπιστα είναι τα γλωσσικά μοντέλα στην λήψη επενδυτικών αποφάσεων; (γράφημα)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
