search icon

Διεθνή

Αναζητεί… εξιλαστήριο θύμα μετά την εκλογική πανωλεθρία ο Τραμπ – Σενάρια για «καρατόμηση» Χέγκσεθ

Σύμφωνα με το CBS News και άλλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, ο Αμερικανός πρόεδρος συζητά με συνεργάτες και συμβούλους του το κατά πόσον ο υπουργός Πολέμου πρέπει να παραμείνει στη θέση του - Τα σενάρια παραπομπής και ο υποψήφιος αντικαταστάτης του

EPA/CRISTOBAL HERRERA-ULASHKEVICH

Ανακατατάξεις στην ηγεσία του Πενταγώνου φέρεται να εξετάζει ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, με το όνομα του κυβερνήτη της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, να εμφανίζεται ήδη μεταξύ των πιθανών διαδόχων του.

Η απώλεια του ελέγχου τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς έχει εντείνει τις πιέσεις προς τον Λευκό Οίκο, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του πολέμου με το Ιράν, που θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες της εκλογικής αποτυχίας.

Σύμφωνα με πληροφορίες του CBS News, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ξεκινήσει διαβουλεύσεις με στενούς συνεργάτες και συμβούλους του για το μέλλον του Χέγκσεθ. Ωστόσο, οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την απομάκρυνσή του, ενώ δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση για την επιλογή συγκεκριμένου αντικαταστάτη.

Το σενάριο ΝτεΣάντις και οι ευθύνες για τον πόλεμο

Στο παρασκήνιο, η περίπτωση του Ρον ΝτεΣάντις συγκεντρώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς θεωρείται ένα από τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν την πολιτική ηγεσία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Μία από τις πηγές του CBS News ανέφερε ότι ο κυβερνήτης της Φλόριντα θα μπορούσε να περάσει από τη διαδικασία επικύρωσης της υποψηφιότητάς του στη Γερουσία πριν από την έναρξη της θητείας του νέου Κογκρέσου. Με αυτόν τον τρόπο, θα ήταν δυνατόν να αναλάβει το υπουργείο μετά την ολοκλήρωση της θητείας του ως κυβερνήτη, στις 5 Ιανουαρίου 2027.

Προς το παρόν, πάντως, πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που παραμένει στο επίπεδο των πολιτικών διεργασιών.

Η συζήτηση για τις ευθύνες της εκλογικής ήττας δεν περιορίζεται στον Χέγκσεθ. Σύμφωνα με πληροφορίες, ορισμένοι συνεργάτες του Λευκού Οίκου θεωρούν ότι θα μπορούσαν να αποδοθούν ευθύνες και σε κορυφαίους στρατιωτικούς αξιωματούχους, οι οποίοι είχαν καθοριστική συμμετοχή στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων κατά του Ιράν.

Μεταξύ αυτών αναφέρονται ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων (CENTCOM), και ο στρατηγός Νταν Κέιν, πρόεδρος του Μικτού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων.

Οι δύο ανώτατοι αξιωματικοί είχαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στρατιωτικών εισηγήσεων που υποβλήθηκαν στην κυβέρνηση για την εξέλιξη της σύγκρουσης.

Η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών έχει επαναφέρει στο προσκήνιο το πολιτικό κόστος της στρατιωτικής εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράν. Σύμφωνα με τις μετεκλογικές αναλύσεις, η δυσαρέσκεια για τον πόλεμο συνέβαλε ουσιαστικά στην απομάκρυνση ψηφοφόρων από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενισχύοντας τις φωνές που ζητούν αλλαγή στρατηγικής.

Ο Χέγκσεθ υπήρξε ένας από τους βασικούς εκφραστές της στρατιωτικής πολιτικής της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ, προωθώντας βαθιές αλλαγές στη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στη διάρκεια της θητείας του συνδέθηκε με στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση του Κογκρέσου, την απομάκρυνση δεκάδων ανώτατων αξιωματικών και την εφαρμογή νέων προτύπων επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη φυσική κατάσταση του στρατιωτικού προσωπικού, προωθώντας αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις σχετικά με τη σωματική αντοχή, τις απαιτήσεις φυσικής καταλληλότητας και τα επίπεδα τεστοστερόνης.

Παράλληλα, επικριτές του υποστηρίζουν ότι παρουσίαζε στον Τραμπ υπερβολικά αισιόδοξες εκτιμήσεις για την πορεία των επιχειρήσεων στο Ιράν, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας εικόνας που δεν ανταποκρινόταν πλήρως στις πραγματικές δυσκολίες της σύγκρουσης.

Ρεπουμπλικανοί στρέφονται εναντίον του Χέγκσεθ

Οι πιέσεις προς τον υπουργό δεν προέρχονται αποκλειστικά από την αντιπολίτευση. Η αμφισβήτησή του έχει αρχίσει να εκδηλώνεται ανοιχτά και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με ορισμένους γερουσιαστές να ζητούν την απομάκρυνσή του.

Χαρακτηριστική είναι η στάση του Τομ Τίλις, Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή της Βόρειας Καρολίνας, ο οποίος προειδοποίησε ότι ο Χέγκσεθ θα βρεθεί αντιμέτωπος με απαιτήσεις λογοδοσίας για τις επιλογές του.

«Ο Χέγκσεθ θα κληθεί να λογοδοτήσει. Είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έχουμε τη χρηματοδότηση ή τις εγγυήσεις για την άμυνα που χρειαζόμαστε», δήλωσε στο CBS News.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και η χρηματοδότηση του Πενταγώνου. Οι Δημοκρατικοί έχουν προειδοποιήσει ότι ενδέχεται να μπλοκάρουν την έκτακτη ενίσχυση του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 70 δισ. δολάρια, την οποία είχε ζητήσει η κυβέρνηση τον Ιούνιο.

Παράλληλα, παραμένει ανοικτό το ζήτημα του ετήσιου προϋπολογισμού του υπουργείου για το οικονομικό έτος 2027, σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιχειρήσεις τους στο Ιράν.

Η στάση του Τίλις έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς ο ίδιος είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επικύρωση του διορισμού του Χέγκσεθ τον Ιανουάριο του 2025.

Έκτοτε, όμως, έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο έντονους επικριτές του, χαρακτηρίζοντας μάλιστα την υποστήριξη που του παρείχε τότε ως «τη μεγαλύτερη μεταμέλεια» της πολιτικής του σταδιοδρομίας.

Τον προηγούμενο μήνα είχε καλέσει δημόσια τον Τραμπ να τον απομακρύνει, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση μέσω της πλατφόρμας X.

«Δεν έχω δει ποτέ πιο ανίκανη διοίκηση των γενναίων ανδρών και γυναικών που υπηρετούν τη χώρα μας», είχε αναφέρει, κατηγορώντας τον Χέγκσεθ ότι φοβάται τα ικανά στελέχη και επιλέγει να τροφοδοτεί ιδεολογικές αντιπαραθέσεις αντί να επικεντρώνεται στις πραγματικές ανάγκες της εθνικής άμυνας και στην ευημερία του στρατιωτικού προσωπικού.

Μιλώντας εκ νέου στο CBS News, ο Τίλις υποστήριξε ότι μετά το εκλογικό αποτέλεσμα πρέπει να επανεξεταστεί εάν ο σημερινός υπουργός αποτελεί το κατάλληλο πρόσωπο για να παρουσιάσει και να υπερασπιστεί τις αμυντικές ανάγκες της χώρας στο Κογκρέσο.

Υπενθύμισε μάλιστα ότι απομένουν μόλις 60 ημέρες μέχρι τη λήξη της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου, γεγονός που περιορίζει τα χρονικά περιθώρια για την αντιμετώπιση των εκκρεμοτήτων.

Υπέρ μιας αλλαγής στην ηγεσία του Πενταγώνου είχε ταχθεί και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τιμ Κέιν, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας.

Ήδη από τον Σεπτέμβριο, ο Κέιν είχε εκφράσει την εκτίμηση ότι η αντικατάσταση του Χέγκσεθ θα μπορούσε να διευκολύνει την επίτευξη διακομματικών συμβιβασμών για τις στρατιωτικές δαπάνες.

Οκτώ κατηγορίες και απειλή παραπομπής στη Βουλή

Πέρα από τα σενάρια απομάκρυνσής του από την κυβέρνηση, ο Χέγκσεθ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ακόμη σοβαρή πολιτική απειλή: την προοπτική ενεργοποίησης διαδικασίας παραπομπής του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Την πρωτοβουλία έχει αναλάβει ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Κεντάκι, Τόμας Μάσι, ο οποίος έχει έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ και βρίσκεται στις τελευταίες εβδομάδες της κοινοβουλευτικής του θητείας, μετά την ήττα του στις προκριματικές εκλογές.

Ο Μάσι έχει καταθέσει από τις 15 Σεπτεμβρίου οκτώ κατηγορίες εις βάρος του Χέγκσεθ και σχεδιάζει να επιδιώξει ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής ακόμη και την επόμενη εβδομάδα, με την επανέναρξη των εργασιών του Κογκρέσου.

Στην πρόταση παραπομπής περιλαμβάνονται κατηγορίες για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν χωρίς την απαιτούμενη έγκριση του Κογκρέσου, καθώς και για τη σύλληψη του Προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, χωρίς την αναγκαία συνταγματική νομιμοποίηση.

Επιπλέον, ο Χέγκσεθ κατηγορείται για εντολές θανάτωσης προσώπων που θεωρούνταν ύποπτα για διακίνηση ναρκωτικών στην Καραϊβική, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική διαδικασία.

«Οι συνταγματικές παραβιάσεις του υπουργού Χέγκσεθ εκτείνονται πέρα από τον παράνομο πόλεμο στο Ιράν», υποστήριξε ο Μάσι.

Κατηγόρησε επίσης τον υπουργό ότι καταχράται τις εξουσίες του αξιώματός του, αγνοεί τις αποφάσεις του Κογκρέσου σχετικά με τις πολεμικές εξουσίες, προχωρά σε απαγωγές ξένων ηγετών και ασκεί πιέσεις σε επικριτές της κυβέρνησης, καταπατώντας το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης.

Παρότι οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τον έλεγχο της Βουλής μέχρι την έναρξη της θητείας του νέου Κογκρέσου, γεγονός που τους δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσουν να θέσουν την πρόταση στο αρχείο, ο Μάσι θεωρεί ότι υπάρχουν πιθανότητες να εξασφαλιστεί η απαραίτητη πλειοψηφία.

«Υπάρχει μια αξιοπρεπής πιθανότητα να περάσει από τη Βουλή και νομίζω ότι αυτό θα αποτελούσε στίγμα στο ιστορικό του. Αν σκέφτεται να αποχωρήσει, τώρα θα ήταν μια καλή στιγμή να το κάνει», δήλωσε στην Washington Post.

Οι Δημοκρατικοί ετοιμάζουν έρευνες για το Πεντάγωνο

Η ανάληψη του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς τον Ιανουάριο αναμένεται να μεταβάλει ριζικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθεί να λειτουργήσει η κυβέρνηση Τραμπ.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις που μέχρι σήμερα περιορίζονταν σε μεγάλο βαθμό σε δημόσιες καταγγελίες και κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες χωρίς προοπτική έγκρισης θα μπορούσαν πλέον να εξελιχθούν σε εκτεταμένες έρευνες και διαδικασίες κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Ήδη έχουν κατατεθεί από Δημοκρατικούς προτάσεις παραπομπής όχι μόνο εναντίον του Τραμπ, αλλά και σε βάρος του υπουργού Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών, Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, καθώς και της υπουργού Παιδείας, Λίντα ΜακΜάχον.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν είχαν προχωρήσει υπό την προηγούμενη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία, ωστόσο η αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών δημιουργεί νέες δυνατότητες για τους Δημοκρατικούς.

Ο Άνταμ Σμιθ, κορυφαίος εκπρόσωπος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, έχει ήδη περιγράψει ορισμένους από τους βασικούς τομείς που σκοπεύει να θέσει υπό εξέταση.

Μιλώντας στην Washington Post, ανέφερε ότι προτίθεται να ερευνήσει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, την πολιτικοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων και πιθανές υποθέσεις διαφθοράς στις συμβάσεις προμηθειών του Πενταγώνου.

Η προοπτική αυτή αυξάνει την πολιτική πίεση στον Χέγκσεθ, ο οποίος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα πολύ πιο απαιτητικό και εχθρικό κοινοβουλευτικό περιβάλλον.

Λευκός Οίκος: «Απόλυτη εμπιστοσύνη» στον Χέγκσεθ

Παρά το κλίμα αμφισβήτησης και τα δημοσιεύματα περί πιθανής αντικατάστασης, ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις εκτιμήσεις ότι ο Τραμπ έχει αποσύρει τη στήριξή του προς τον υπουργό Πολέμου.

Η εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας, Άννα Κέλι, δήλωσε ότι ο πρόεδρος «έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον υπουργό Χέγκσεθ», επιχειρώντας να βάλει τέλος στη σχετική φημολογία.

Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ στο Ιράν και στη Βενεζουέλα, ενώ αναφέρθηκε θετικά στις παρεμβάσεις του Χέγκσεθ για την αλλαγή της φυσιογνωμίας των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η Κέλι εξήρε ιδιαίτερα την προσπάθεια του υπουργού να περιορίσει τις πολιτικές διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης, τις οποίες η κυβέρνηση Τραμπ συνδέει με τη λεγόμενη «woke ιδεολογία» που, κατά την άποψή της, είχε επικρατήσει στο Πεντάγωνο επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.

Ανάλογη θέση διατύπωσε και ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Παρνέλ, ο οποίος ξεκαθάρισε στην Washington Post ότι ο Χέγκσεθ δεν εξετάζει το ενδεχόμενο παραίτησης.

Όπως ανέφερε, παρά τις απειλές για αυτό που χαρακτήρισε «προσχηματικά κυνήγια μαγισσών», ο υπουργός παραμένει «100% αφοσιωμένος» στην άσκηση των καθηκόντων του έως την ολοκλήρωση της προεδρικής θητείας Τραμπ και στην υλοποίηση της κυβερνητικής ατζέντας.

Ο Παρνέλ επέμεινε ότι το υπουργείο έχει ενεργήσει εντός του νόμιμου πλαισίου και υποστήριξε πως ο επικεφαλής του δεν πρόκειται να υποχωρήσει απέναντι σε πολιτικούς που, όπως ισχυρίστηκε, επιδιώκουν κομματικά οφέλη μέσω αβάσιμων ερευνών.

Στην υπεράσπισή του προστέθηκε και η εκπρόσωπος Τύπου του Πενταγώνου, Κίνγκσλεϊ Γουίλσον, η οποία χαρακτήρισε τον Χέγκσεθ «μεταρρυθμιστικό ηγέτη» που έχει αποκαταστήσει τα στρατιωτικά πρότυπα.

«Ολόκληρο το υπουργείο είναι ενωμένο πίσω από το όραμα του υπουργού και θα συνεχίσει να εργάζεται για να θέτει πρώτα τους μαχητές μας και την Αμερική», δήλωσε στην USA Today.

Υπενθυμίζεται ότι στις 28 Οκτωβρίου ο ίδιος ο Τραμπ είχε υπερασπιστεί δημόσια τον Χέγκσεθ, απορρίπτοντας τις επικρίσεις και τα αιτήματα για παραπομπή του.

«Νομίζω ότι είναι απαράδεκτο», είχε δηλώσει στους δημοσιογράφους, προσθέτοντας ότι οι αντίπαλοί του δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για παραπομπές.

«Κάνει εξαιρετική δουλειά. Είναι ένας σπουδαίος πολεμιστής. Νομίζω ότι είναι ο καλύτερος στη δουλειά του εδώ και πάρα πολλά χρόνια και πολλοί άνθρωποι συμφωνούν με αυτό», είχε τονίσει.

Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών, ωστόσο, έχει αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Με τους Δημοκρατικούς να ετοιμάζονται να αναλάβουν τον έλεγχο του Κογκρέσου και τον πόλεμο στο Ιράν να βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής, το μέλλον του Χέγκσεθ στο Πεντάγωνο παραμένει αντικείμενο έντονων παρασκηνιακών συζητήσεων, παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης.

Exit mobile version