Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, ήταν κάποτε «ο μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης, στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και τις αρχές του νέου αιώνα.

Η γερμανική οικονομία έχει επιδείξει τεράστια ανάπτυξη υπό την ηγεσία της απερχόμενης Καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ. Η ηγέτης της συντηρητικής παράταξης βρίσκεται στο θώκο της Καγκελαρίας τα τελευταία 16 χρόνια. Το 2019, πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, ¼ (24,7%) του ΑΕΠ της ΕΕ οφειλόταν στη Γερμανία, σύμφωνα με τη Eurostat.

To CNBC δημιούργησε πέντε γραφήματα τα οποία μελετούν και παρουσιάζουν τις διαφορετικές πτυχές της γερμανικής οικονομίας και κοινωνίας κατά τη διάρκεια της θητείας της  Μέρκελ. Αποδεικνύουν πως όλα δεν είναι ρόδινα, πως εκτός από τις επιτυχίες, υπήρχαν παραπατήματα και προβλήματα.

ΑΕΠ

H γερμανική οικονομία βασίζεται στις εξαγωγές, ιδιαίτερα στις βιομηχανικές. Η οικονομία αυτή έχει επιδείξει σταθερή ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της θητείας της Μέρκελ, σύμφωνα με το παρακάτω γράφημα, ξεπερνώντας τις αντίστοιχες οικονομίες της Βρετανίας και της Γαλλίας.

Δύο χρόνια πριν την αρχή της θητείας Μέρκελ, το μακρινό 2003, η οικονομία της Γερμανίας είχε περάσει μια μεγάλη κρίση. Το 2005, όταν έλαβε το χρίσμα, το γερμανικό ΑΕΠ βρισκόταν στα 2,3 τρισ ευρώ, σύμφωνα με τη Γερμανική Στατιστική Υπηρεσία. Το 2020, το ΑΕΠ αυτό ξεπέρασε τα 3,3 τρισ. ευρώ.

Ανεργία

Το ποσοστό ανεργίας έχει επιδείξει μείωση κατά τη διάρκεια της Καγκελαρίας Μέρκελ, από το 11,1% το 2005 στο 3,8% το 2020, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η Γερμανία έχει ένα από τα καλύτερα ποσοστά απασχόλησης στην ΕΕ (στην πρώτη θέση βρίσκεται η γειτονική Ολλανδία). Παρ’ όλα αυτά, η ανεργία στη Γερμανία βρίσκεται στο 3,6% (Ιούλιος 2021), με 7,5% στους κάτω των 25, σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat.

Οι αναλυτές της Goldman Sachs οι οποίοι μελέτησαν την «κληρονομιά» της Μέρκελ, αναφέρουν πως η Καγκελάριος κατάφερε να μειώσει την ανεργία η οποία σε μεγάλο μέρος οφειλόταν στις μεταρρυθμιστικές κινήσεις του προκατόχου της Γκέρχαρτ Σρέντερ.

Οι αναλυτές επίσης υπογράμμισαν πως «η Μέρκελ κατάφερε να περιορίσει το δημόσιο χρέος, ενώ εισήγαγε και το συνταγματικό “φρένο χρέους” το οποίο τη βοήθησε στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Επίσης, εισήγαγε και το πρόγραμμα “Kurzarbeit” για τη βελτίωση της απασχόλησης μεταξύ 2008 και 2020».

Το Kurzabeit είναι πρόγραμμα κατά το οποίο οι εργοδότες μειώνουν τις ώρες εργασίας των εργαζομένων σε περιπτώσεις κρίσης αντί να τους απολύουν.

Πρόσφυγες και μετανάστες

Ενας τομέας στον οποίο διαφέρει τα μάλα η Γερμανία σε σχέση με τη Βρετανία και τη Γαλλία είναι η αντιμετώπιση του μεταναστευτικού. Πρόκειται για τον τομέα ο οποίος δίχασε τους Γερμανούς όσο οτιδήποτε άλλο.

Στο ζενίθ της μεταναστευτικής κρίσης του 2014-2015 εκατοντάδες χιλιάδες μεταναστών σύρρευσαν προς την ΕΕ, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον πόλεμο στη Συρία.

Το ευρωπαϊκό μπλοκ αντιμετώπισε την κατάσταση με πανικό και διχασμένες απόψεις ως προς την κατανομή των μεταναστών, με πολλές από τις ανατολικές χώρες να κλείνουν ερμητικά τα σύνορά τους.

Η Μέρκελ αποφάσισε να κάνει το ακριβώς αντίθετο, υποδεχόμενη 1 εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες στη Γερμανία το 2015, σύμφωνα με τα παρακάτω στοιχεία της Eurostat.

Η πολιτική της Μέρκελ αποτέλεσε καταλυτικό παράγοντα για τη μεταστροφή πολλών εκ των συντηρητικών υποστηρικτών της προς το συντηρητικότερο κόμμα AfD.

Διαθέσιμο εισόδημα

Το διαθέσιμο εισόδημα στη Γερμανία έχει επίσης επιδείξει σταθερή αναπτυξιακή πορεία. Οταν η Μέρκελ ανέλαβε την Καγκελαρία το 2005, τα επίπεδα του καταναλωτικού εισοδήματος σε Γερμανία, Βρετανία και Γαλλία βρίσκονταν σε παρόμοια επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά, όσο πέρασαν τα χρόνια, η Γερμανία πήρε το προβάδισμα.

Το μέσο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών βρέθηκε στα 30.142 ευρώ το 2019, τη στιγμή που το αντίστοιχο βρετανικό βρισκόταν στα 25,155 ευρώ και στη Γαλλία στα 26,158 ευρώ.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και παράλληλη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των φτωχότερων και των πλουσιότερων κοινωνικών τάξεων στη χώρα, ιδιαίτερα μεταξύ της ανατολικής και δυτικής Γερμανίας.

Το 2020 ο ΟΟΣΑ ανέφερε πως αν και το χάσμα έχει περιοριστεί τα τελευταία 18 χρόνια, «οι τοπικές διαφορές παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, με το Αμβούργο να έχει υπερδιπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με την περιοχή Μέκλενμπουργκ-Βορπόμερν».

Δημόσιες επενδύσεις

Υπάρχουν, όμως, και οι επικριτές της Μέρκελ, οι οποίοι υπογραμμίζουν πως η Καγκελάριος δεν έχει δώσει σημασία στις υποδομές και τις δημόσιες επενδύσεις, προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπημένο τον προϋπολογισμό και αποφεύγοντας το δανεισμό (στρατηγική “schwarze Null”).

Οι παραπαίουσες υποδομές στη χώρα οφείλονται, σύμφωνα με τους επικριτές, στην απουσία επενδύσεων, ενώ η κυβέρνηση έχει πολλάκις δεχθεί σφοδρή κριτική για τη μείωση του δανεισμού κατά τη διάρκεια περιόδων χαμηλών επιτοκίων.

Το παρακάτω γράφημα του gross capital formation (προηγουμένως γνωστό ως gross domestic investment) δείχνει τη διαφορά των δημόσιων επενδύσεων σε υποδομές στις τρεις ευρωπαϊκές χώρες.

Οι αναλυτές υποστηρίζουν πως το πρόβλημα αυτό θα αποτελέσει άθλο για την επόμενη κυβέρνηση η οποία θα πρέπει να εκσυγχρονίσει τις υποδομές, ενώ παράλληλα θα πρέπει να κρατήσει τον προϋπολογισμό εξισορροπημένο.

Διαβάστε ακόμη:

Τράπεζες: Πώς θα δώσουν τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης

Οι κουβέντες της ΑΒ με τον Μασούτη, το «φιλικό» διαζύγιο της ΑΒΑΞ στον Λίβανο, η ανάσα της Lamda και το πρότζεκτ Κουτσιανά μετά την Apivita

«Δύσκολη» Πέμπτη με… 5 ραντεβού στην εφορία