Στις 23 Ιουνίου 2016, οι Βρετανοί προσήλθαν στις κάλπες για να αποφασίσουν εάν η χώρα θα παρέμενε ή θα αποχωρούσε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αποτέλεσμα που προέκυψε κατά τη διάρκεια της νύχτας αιφνιδίασε αγορές και πολιτικούς αναλυτές. Το 52% των ψηφοφόρων τάχθηκε υπέρ του Brexit, έναντι 48% που υποστήριξε την παραμονή.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση. Η στερλίνα κατέρρευσε, ο δείκτης FTSE 100 του Λονδίνου βρέθηκε υπό ισχυρές πιέσεις και ο τότε πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον — ο οποίος είχε προκηρύξει το δημοψήφισμα και είχε ηγηθεί της εκστρατείας υπέρ της παραμονής — ανακοίνωσε την παραίτησή του.
Τα επόμενα χρόνια η Βρετανία βρέθηκε σε μακρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες για τους όρους αποχώρησης. Η διάδοχος του Κάμερον, Τερέζα Μέι, απέτυχε τρεις φορές να εξασφαλίσει την έγκριση της συμφωνίας της από το κοινοβούλιο πριν αποχωρήσει και η ίδια από την εξουσία. Τελικά, το Brexit υλοποιήθηκε το 2020 υπό τον πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον.
Οι υποστηρικτές της εξόδου είχαν υποσχεθεί ότι η Βρετανία θα «ανακτούσε τον έλεγχο» της μεταναστευτικής πολιτικής, θα εξοικονομούσε περισσότερους πόρους για το Εθνικό Σύστημα Υγείας και θα αποκτούσε μεγαλύτερη ελευθερία στη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τον υπόλοιπο κόσμο.
Δέκα χρόνια αργότερα, το Brexit εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά την οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.
Η οικονομία δεν γνώρισε την αναμενόμενη ώθηση
Η βρετανική οικονομία δεν κατέγραψε τη μετα-Brexit επιτάχυνση που είχαν προβλέψει οι υποστηρικτές της εξόδου.
Παρότι η παγκόσμια οικονομία επηρεάστηκε από γεγονότα όπως η πανδημία του κορωνοϊού το 2020 και η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, ο καθηγητής του Stanford Νίκολας Μπλουμ εκτιμά ότι μέχρι το 2025 το Brexit είχε μειώσει το βρετανικό ΑΕΠ κατά 6% έως 8%.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι αρνητικές επιπτώσεις προήλθαν από έναν συνδυασμό αυξημένης αβεβαιότητας, χαμηλότερης ζήτησης, απώλειας διοικητικού χρόνου και λιγότερο αποδοτικής κατανομής πόρων εξαιτίας της μακράς διαδικασίας αποχώρησης από την ΕΕ.

Το μεταναστευτικό άλλαξε, αλλά όχι όπως αναμενόταν
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της καμπάνιας υπέρ του Brexit ήταν η ανάκτηση του ελέγχου της μεταναστευτικής πολιτικής.
Ωστόσο, η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.
Η καθαρή μετανάστευση από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώθηκε δραστικά και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατράπηκε σε καθαρή εκροή πληθυσμού.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι αφίξεις πολιτών από χώρες εκτός ΕΕ αυξήθηκαν σημαντικά. Η έλλειψη εργατικού δυναμικού, η αύξηση των διεθνών φοιτητών και τα ειδικά προγράμματα χορήγησης βίζας σε πολίτες χωρών όπως η Ουκρανία οδήγησαν σε νέο κύμα μετανάστευσης.
Το Migration Observatory επισημαίνει ότι η καθαρή μετανάστευση από την ΕΕ έγινε αρνητική το 2022, καθώς το νέο μεταναστευτικό καθεστώς περιόρισε σημαντικά τις δυνατότητες των Ευρωπαίων πολιτών να εγκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Παράλληλα, η ζήτηση για βίζες εργασίας από Ευρωπαίους πολίτες παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα μετά το Brexit.

Η στερλίνα δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως
Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς δείκτες των επιπτώσεων του Brexit ήταν η πορεία της βρετανικής λίρας.
Το βρετανικό νόμισμα κατέρρευσε αμέσως μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα που βρισκόταν πριν από την ψηφοφορία, ούτε έναντι του ευρώ ούτε έναντι του δολαρίου.
Σύμφωνα με στοιχεία της Convera, η στερλίνα διαπραγματεύεται κατά μέσο όρο περίπου 10% χαμηλότερα σε σχέση με την αξία της τον Ιούνιο του 2016.
Η ισοτιμία με το ευρώ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στα 1,16 ευρώ μετά το δημοψήφισμα, έναντι 1,27 ευρώ κατά τη δεκαετία που προηγήθηκε.
Η αποδυνάμωση του νομίσματος αύξησε άμεσα το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων για τους Βρετανούς καταναλωτές, επηρεάζοντας το κόστος ζωής σε μια χώρα που εξαρτάται σημαντικά από εισαγωγές τροφίμων, ενέργειας και πρώτων υλών.

Η αγορά μετοχών έμεινε πίσω
Η εικόνα στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου είναι επίσης ενδεικτική των προκλήσεων που αντιμετώπισε η βρετανική οικονομία.
Ο πολυεθνικός δείκτης FTSE 100, ο οποίος περιλαμβάνει εταιρείες με σημαντική διεθνή δραστηριότητα, παρουσίασε καλύτερη εικόνα από τον FTSE 250, ο οποίος αντανακλά περισσότερο την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον Κρις Σμιθ της Jupiter, η βρετανική αγορά εξακολουθεί να φέρει τα σημάδια του Brexit, καθώς η επιχειρηματική και επενδυτική εμπιστοσύνη δεν έχει ανακτήσει πλήρως τη δυναμική της.
Η αδυναμία της στερλίνας, οι πληθωριστικές πιέσεις και το αυξημένο κόστος κεφαλαίου δημιούργησαν ένα δυσκολότερο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται κυρίως στη βρετανική αγορά.
Την ίδια στιγμή, ούτε ο FTSE 100 ούτε ο FTSE 250 κατάφεραν να ακολουθήσουν τη θεαματική άνοδο των αμερικανικών χρηματιστηρίων, τα οποία τροφοδοτήθηκαν από την έκρηξη των τεχνολογικών εταιρειών και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Μαρκ Πρέσκετ της Morningstar σημειώνει ότι η βρετανική αγορά παραμένει ουσιαστικά στάσιμη σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργήθηκε μια εντελώς νέα γενιά πρωταγωνιστών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος
Παρά την αποχώρηση από την ΕΕ, η Ευρώπη εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της Βρετανίας.
Το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσώπευε το 41% των βρετανικών εξαγωγών και το 50% των εισαγωγών.
Ο συνολικός όγκος εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών ξεπερνά τα 800 δισ. ευρώ ετησίως.
Η εμπορική συμφωνία που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2021 διασφάλισε ότι δεν επιβλήθηκαν δασμοί ή ποσοστώσεις στα περισσότερα προϊόντα, αποτρέποντας μια ακόμη μεγαλύτερη αναταραχή στις εμπορικές σχέσεις.

Επτά πρωθυπουργοί σε μία δεκαετία
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της μετα-Brexit εποχής να είναι η πολιτική αστάθεια.
Όταν ο Ντέιβιντ Κάμερον παραιτήθηκε μετά το δημοψήφισμα, είχε συμπληρώσει έξι χρόνια στην πρωθυπουργία. Ο προκάτοχός του, Γκόρντον Μπράουν, είχε παραμείνει στην εξουσία τρία χρόνια, ενώ ο Τόνι Μπλερ κυβερνούσε επί μία δεκαετία.
Από το 2016 και μετά, κανένας πρωθυπουργός δεν κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία περισσότερο από τρία χρόνια. Μάλιστα, η Λιζ Τρας κατέχει το αρνητικό ρεκόρ με θητεία μόλις 49 ημερών.
Ο Κιρ Στάρμερ επιχείρησε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Ευρώπη, όμως παραιτήθηκε τη Δευτέρα υπό την πίεση εσωκομματικής αμφισβήτησης από τον Άντι Μπέρναμ.
Η εξέλιξη αυτή ανοίγει τον δρόμο για τον έβδομο πρωθυπουργό της Βρετανίας μέσα σε μόλις δέκα χρόνια, υπογραμμίζοντας ότι οι πολιτικές συνέπειες του Brexit εξακολουθούν να διαμορφώνουν τη βρετανική πραγματικότητα.

Διαβάστε ακόμη
Νεμπής: Στόχος η χρήση ΑΙ στις εσωτερικές λειτουργίες του ΟΤΕ να αυξηθεί στο 40% από 25% σήμερα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.