Ο πόλεμος που διεξάγουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν έχει καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, προειδοποίησαν οι ευρωπαϊκές χώρες της G7 ενόψει κρίσιμης συνόδου την Πέμπτη.
Οι υπουργοί Εξωτερικών των ισχυρότερων βιομηχανικών οικονομιών — ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ιαπωνία — πρόκειται να συναντηθούν στη Γαλλία για διήμερη σύνοδο, με τους πολέμους στο Ιράν και την Ουκρανία να κυριαρχούν στην ατζέντα.
Ευρωπαίοι ηγέτες και υπουργοί προχώρησαν σε προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις της σύγκρουσης την παραμονή της συνάντησης, κατά την οποία αναμένεται να πιέσουν τις ΗΠΑ να αναζητήσουν διπλωματική διέξοδο με την Τεχεράνη.
Η εξέλιξη αυτή σημειώνεται σε ένα περιβάλλον αδιεξόδου ως προς την πιθανότητα εκεχειρίας, αλλά και αυξανόμενου κινδύνου κλιμάκωσης, με το ενδεχόμενο ανάπτυξης χερσαίων δυνάμεων να παραμένει ανοιχτό, όπως σημειώνει το CNBC.
«Για να είμαστε απολύτως σαφείς, αυτός ο πόλεμος αποτελεί καταστροφή για τις οικονομίες του κόσμου», δήλωσε ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας Μπόρις Πιστόριους νωρίς την Πέμπτη.
«Οι Ευρωπαίοι εταίροι και η Γερμανία τόνισαν εξαρχής ότι δεν ζητήθηκε η γνώμη μας. Κανείς δεν μας ρώτησε. Δεν είναι δικός μας πόλεμος», ανέφερε σε δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Αυστραλία.
Οι διεθνείς τιμές ενέργειας έχουν εκτοξευθεί από την έναρξη της σύγκρουσης στα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς ενεργειακές υποδομές στο Ιράν και σε γειτονικά κράτη του Κόλπου έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές ή καταστροφές από αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα και τις ιρανικές αντεπιθέσεις.
Η σχεδόν πλήρης παύση της ναυσιπλοΐας από την Τεχεράνη στα Στενά του Ορμούζ — έναν κομβικό θαλάσσιο διάδρομο μέσω του οποίου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και φυσικού αερίου — έχει περιορίσει δραστικά την προσφορά ενέργειας, με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χαρακτηρίζει την κατάσταση «κρίσιμη».
Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Ρολάν Λεσκύρ δήλωσε την Τετάρτη ότι η διεθνής κοινότητα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια σύγκρουση «που έχει αλλάξει φύση και, συνεπώς, έχουν μεταβληθεί και οι οικονομικές συνέπειες».
«Σήμερα, το 30% έως 40% της δυναμικότητας διύλισης στον Κόλπο έχει υποστεί ζημιές ή έχει καταστραφεί. Συνομίλησα με τον υπουργό Ενέργειας του Κατάρ, Σαάντ Σερίντα Αλ Κάαμπι, ο οποίος ανέφερε ότι το 17% της παραγωγικής ικανότητας φυσικού αερίου έχει καταστραφεί, κάτι που θα χρειαστεί χρόνια — περίπου τρία — για να αποκατασταθεί».
Ακόμη και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, που θεωρείται στενή συνομιλήτρια του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήρισε την κρίση στη Μέση Ανατολή ως μια κατάσταση «που αφορά όλους» και προειδοποίησε ότι, αν συνεχιστεί, θα προκαλέσει σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, πλήττοντας ιδιαίτερα τις πιο ευάλωτες χώρες, ξεκινώντας από την Αφρική.
Η Ουάσιγκτον αναζητά διέξοδο;
Η τελευταία σύνοδος της G7 — με τη συμμετοχή και εκπροσώπων της ΕΕ, καθώς και προσκεκλημένων από τη Σαουδική Αραβία, τη Βραζιλία, την Ινδία, τη Νότια Κορέα και την Ουκρανία — πραγματοποιείται τη στιγμή που η Ουάσιγκτον φαίνεται να αναζητά τρόπο απεμπλοκής από τον πόλεμο.
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και ο Λευκός Οίκος υποστήριξαν αυτή την εβδομάδα ότι βρίσκονται σε επαφές με υψηλόβαθμους — χωρίς να κατονομαστούν — Ιρανούς αξιωματούχους, ενώ ανέφεραν ότι έχει κατατεθεί μέσω διαμεσολαβητών πρόταση ειρήνης προς την Τεχεράνη.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι οι ιρανικές αρχές εξετάζουν την αμερικανική πρόταση για τερματισμό του πολέμου, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να διαπραγματευτεί απευθείας με τις ΗΠΑ.
Πρόσθεσε ότι η ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω διαμεσολαβητών «δεν συνιστά διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Στη συνέχεια, τα ιρανικά κρατικά μέσα μετέδωσαν ότι η Ισλαμική Δημοκρατία σκοπεύει να απορρίψει πρόταση εκεχειρίας από τις ΗΠΑ, αντιπροτείνοντας ένα σχέδιο πέντε σημείων που θα προβλέπει, μεταξύ άλλων, τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη.
Την εικόνα περιπλέκει περαιτέρω η απόφαση των ΗΠΑ να αποστείλουν χιλιάδες επιπλέον στρατιώτες στην περιοχή, οι οποίοι θα μπορούσαν να αναπτυχθούν άμεσα σε ενδεχόμενες νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις — όπως η κατάληψη του πετρελαϊκού λιμένα στο νησί Χαργκ ή η επαναλειτουργία του θαλάσσιου διαδρόμου — σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ ανέφερε ότι πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών δείχνουν πως «οι εχθροί του Ιράν» σχεδιάζουν την κατάληψη «ενός από τα ιρανικά νησιά» με τη στήριξη άγνωστης χώρας της περιοχής.
Μικρή επιρροή
Αποκλεισμένοι από τις προσπάθειες ειρήνης, οι χώρες της G7 φαίνεται να διαθέτουν ελάχιστη επιρροή στις αποφάσεις της Ουάσιγκτον, ιδίως μετά τις επικρίσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους που αρνήθηκαν να συνδράμουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
«Νομίζω ότι το ΝΑΤΟ κάνει ένα πολύ μεγάλο λάθος. Πάντα αναρωτιόμουν αν το ΝΑΤΟ θα ήταν εκεί για εμάς. Ήταν ένα μεγάλο τεστ — δεν τους χρειαζόμαστε, αλλά θα έπρεπε να είναι εκεί», δήλωσε ο Τραμπ.
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε προκάλεσε αντιδράσεις στην Ευρώπη όταν επαίνεσε τον Τραμπ και άφησε να εννοηθεί ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στο κάλεσμά του για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να εμπλακούν σε μια σύγκρουση που θεωρούν επιλογή και όχι αναγκαιότητα. Τη στάση αυτή συνοψίζει η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας, η οποία δήλωσε: «Δεν είναι πόλεμος της Ευρώπης. Δεν τον ξεκινήσαμε. Δεν ερωτηθήκαμε».
Διαβάστε ακόμη
Bloomberg: Σενάριο για πετρέλαιο έως 200 δολάρια το βαρέλι εξετάζει το επιτελείο Τραμπ
Μέχρι πότε οι γονείς πρέπει να στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά τους;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.