Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν ήδη το επόμενο κεφάλαιο της στρατιωτικής τους παρουσίας στη Μέση Ανατολή, με αξιωματούχους του στρατού και των υπηρεσιών πληροφοριών να συζητούν ανεπίσημα το ενδεχόμενο περιορισμού του αριθμού των στρατιωτών και των εγκαταστάσεων που διατηρούν στην περιοχή, στην περίπτωση που η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ καταφέρει να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν.
Οι συζητήσεις δεν αποτελούν μέχρι στιγμής επίσημη διαδικασία αναθεώρησης της αμερικανικής στρατιωτικής διάταξης, ούτε υπάρχει συγκεκριμένη απόφαση για αποχώρηση. Αντανακλούν, ωστόσο, έναν προβληματισμό που έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά τους μήνες των συγκρούσεων: κατά πόσο η εκτεταμένη αμερικανική στρατιωτική υποδομή στη Μέση Ανατολή παραμένει βιώσιμη και αποτελεσματική σε ένα περιβάλλον όπου οι βάσεις και οι εγκαταστάσεις μπορούν να βρεθούν στο στόχαστρο πυραύλων και drones.
Και ενώ οι σχεδιασμοί για πιθανή μείωση της παρουσίας έχουν ήδη ξεκινήσει, η αμερικανική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Περίπου 50.000 Αμερικανοί στρατιώτες, δύο αεροπλανοφόρα και περισσότερα από δώδεκα αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων βρίσκονται σήμερα στη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, στελέχη της CIA που είχαν απομακρυνθεί κατά την πιο έντονη φάση των συγκρούσεων επιστρέφουν στην περιοχή.
Οι βάσεις στο στόχαστρο του Ιράν
Ο πόλεμος με το Ιράν έχει λειτουργήσει ως ένα σκληρό τεστ για την αμερικανική στρατιωτική υποδομή στη Μέση Ανατολή. Πολλές από τις εγκαταστάσεις που για χρόνια αποτελούσαν σημεία αναφοράς της αμερικανικής παρουσίας έχουν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις, αποκαλύπτοντας ευπάθειες που, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, ήταν γνωστές εδώ και χρόνια αλλά δεν αντιμετωπίστηκαν με την απαιτούμενη ταχύτητα.
Αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε Μπαχρέιν, Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Κουβέιτ έχουν δεχθεί επιθέσεις με drones και πυραύλους, με τις ζημιές να χαρακτηρίζονται σημαντικές από πηγές που γνωρίζουν την κατάσταση. Ιδιαίτερα σοβαρή ήταν η επίθεση εναντίον της εγκατάστασης της CIA στο Ριάντ, η οποία, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο και πρώην στέλεχος των υπηρεσιών πληροφοριών, ουσιαστικά καταστράφηκε.
Η νέα πραγματικότητα οδηγεί το αμερικανικό Πεντάγωνο να εξετάζει ακόμη και τη μεταφορά ορισμένων εγκαταστάσεων κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, ώστε να προστατευθούν καλύτερα οι δυνάμεις που θα παραμείνουν στην περιοχή μετά το τέλος του πολέμου. Η ιδέα της υπόγειας προστασίας δεν είναι καινούργια, όμως η ένταση των ιρανικών επιθέσεων της έδωσε νέα επείγουσα διάσταση.
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο στο πού θα βρίσκονται οι αμερικανικές δυνάμεις, αλλά και στο πόσο από το σημερινό δίκτυο εγκαταστάσεων αξίζει να αποκατασταθεί.
Το κόστος της επιστροφής
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Ουάσιγκτον εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο να μην αποκαταστήσει εγκαταστάσεις που υπέστησαν βαριές ζημιές ή καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Το κόστος αποτελεί έναν από τους παράγοντες που εξετάζονται, καθώς η πλήρης αποκατάσταση των υποδομών θα μπορούσε να απαιτήσει σημαντικά κονδύλια.
Το Πεντάγωνο έχει αποφύγει να δώσει συγκεκριμένο λογαριασμό για τις ζημιές. Ο αρμόδιος για τον προϋπολογισμό αξιωματούχος του, Τζουλς «Τζέι» Χερστ III, είχε δηλώσει ότι δεν ήταν ακόμη σαφές πόσο θα κοστίσει η επισκευή των βάσεων και των εγκαταστάσεων, καθώς η τελική δαπάνη θα εξαρτηθεί από το «πώς θα αποφασίσουμε να τις ξαναχτίσουμε ή αν θα τις ξαναχτίσουμε».
Παράλληλα, ανώτερα στελέχη του Πενταγώνου έχουν συζητήσει κατ’ ιδίαν την πιθανότητα μείωσης της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας σε αρκετές χώρες του Κόλπου, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού βάρους στους ίδιους τους περιφερειακούς συμμάχους των ΗΠΑ.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Ουάσιγκτον σχεδιάζει να εγκαταλείψει τη Μέση Ανατολή. Οι στρατιωτικοί σχεδιαστές εξακολουθούν να θεωρούν ορισμένες από τις συγκεκριμένες γεωγραφικές θέσεις στρατηγικά πολύτιμες, ιδίως για επιχειρήσεις αεροπορικής ισχύος και για την παρακολούθηση των εξελίξεων στην περιοχή. Γι’ αυτό και οι επιλογές για αλλαγή της διάταξης των δυνάμεων δεν αναμένεται να εφαρμοστούν όσο ο πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη.
Από το Ιράκ και το Αφγανιστάν στο νέο «pivot»
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή αποτελεί ακόμη έναν κρίκο σε μια 25ετή αλυσίδα αμερικανικών προσπαθειών να περιοριστεί η εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι ΗΠΑ διεύρυναν δραματικά το δίκτυο μόνιμων στρατιωτικών και κατασκοπευτικών εγκαταστάσεων στην περιοχή, προκειμένου να υποστηρίξουν πολέμους και επιχειρήσεις σε χώρες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, η Συρία, το Ιράν, η Υεμένη και η Λιβύη.
Δύο χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, κατά την εισβολή στο Ιράκ, οι Αμερικανοί στρατιώτες στη Μέση Ανατολή έφτασαν περίπου τους 250.000. Από το 2007 έως το 2011 ο αριθμός τους κυμαινόταν πάνω από τις 100.000, σύμφωνα με δημόσιες εκτιμήσεις.
Ο Μπαράκ Ομπάμα επιχείρησε να ανατρέψει αυτή την πορεία. Το 2011 ανακοίνωσε ότι «η παλίρροια του πολέμου υποχωρεί» στο Αφγανιστάν και ξεκίνησε τη σταδιακή αποχώρηση δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών. Την ίδια χρονιά αποσύρθηκαν οι αμερικανικές μάχιμες δυνάμεις από το Ιράκ. Η άνοδος όμως του ISIS και το κενό ισχύος που ακολούθησε οδήγησαν τελικά την Ουάσιγκτον πίσω στην περιοχή.
Ακόμη και μετά το 2011, όταν η συνολική παρουσία μειώθηκε, παρέμειναν στη Μέση Ανατολή 30.000 έως 60.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Παράλληλα, το Ιράν και οι ένοπλες οργανώσεις που συνδέονται μαζί του παρέμεναν σταθερά στην κορυφή των ανησυχιών των Αμερικανών σχεδιαστών ασφαλείας.
Η «παγίδα» της Μέσης Ανατολής
Η Ουάσιγκτον έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να μεταφέρει το κέντρο βάρους της στρατηγικής της προς την Ασία, με την Κίνα να αναδεικνύεται σταδιακά ως ο σημαντικότερος μακροπρόθεσμος αντίπαλος.
Ωστόσο, κάθε φορά που η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρούσε να κάνει ένα νέο «pivot» μακριά από τη Μέση Ανατολή, μια νέα κρίση την υποχρέωνε να επιστρέψει. Η άνοδος του ISIS, οι περιφερειακές συγκρούσεις και η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί κατά την πρώτη θητεία Τραμπ αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Τώρα, το ίδιο δίλημμα επιστρέφει με διαφορετικούς όρους. Η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να περιορίσει την έκθεση των δυνάμεών της, αλλά την ίδια στιγμή ο πόλεμος με το Ιράν δεν έχει οδηγήσει σε συμφωνία που να επιτρέπει ασφαλή και οριστική αποχώρηση.
Το Ιράν εξακολουθεί να πλήττει αμερικανικές βάσεις και δυνάμεις στην περιοχή, ενώ μόλις την προηγούμενη εβδομάδα επιτέθηκε σε εγκαταστάσεις των ΗΠΑ στην Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Το σχέδιο Τραμπ και το ερώτημα της επόμενης ημέρας
Στο παρασκήνιο υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας: η αβεβαιότητα γύρω από το τι ακριβώς θέλει να κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ μετά τον πόλεμο.
Αξιωματούχοι που συμμετέχουν στις ανεπίσημες συζητήσεις εκτιμούν ότι προσπαθούν, τουλάχιστον εν μέρει, να προβλέψουν ποια διάταξη δυνάμεων θα ήταν αποδεκτή σε έναν πρόεδρο που έχει κατά το παρελθόν συνδέσει την πολιτική του ταυτότητα με τη μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στο εξωτερικό, χωρίς να έχει μέχρι σήμερα παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα του πολέμου.
Την ίδια στιγμή, ανώτατοι Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν προειδοποιήσει τον Τραμπ ότι η περαιτέρω κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν πιθανότατα δεν θα οδηγήσει στους στόχους που έχει θέσει. Η αμερικανική στρατηγική έχει έτσι μετατοπιστεί περισσότερο προς την άσκηση οικονομικής πίεσης με στόχο την αποδυνάμωση του ιρανικού καθεστώτος.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει πόσο χρόνο θα χρειαστεί αυτή η στρατηγική για να αποδώσει. Παράλληλα, αναλυτές εκτιμούν ότι η ιρανική ηγεσία μπορεί να είναι διατεθειμένη να αντέξει μήνες οικονομικής πίεσης χωρίς να υποχωρήσει άμεσα.
Οι βάσεις που θα μείνουν
Παρά τις συζητήσεις για περιορισμό της παρουσίας, το πιθανότερο σενάριο δεν είναι μια πλήρης αμερικανική έξοδος. Το Πεντάγωνο αναμένεται να διατηρήσει ορισμένες από τις μεγάλες μόνιμες βάσεις της περιοχής, όμως η ανοικοδόμησή τους μπορεί να εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι χώρες που τις φιλοξενούν θα είναι διατεθειμένες να συμμετάσχουν στο κόστος. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι ίδιες οι χώρες υποδοχής είχαν χρηματοδοτήσει την αρχική κατασκευή τους.
Στο άμεσο μέλλον, πάντως, οι αμερικανικές δυνάμεις και οι βάσεις στις γειτονικές χώρες θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο ιρανικών επιθέσεων.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο αρχηγός του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού δήλωσε πρόσφατα πως το προσωπικό δεν πρόκειται να επιστρέψει «σύντομα» στο Μπαχρέιν, όπου βρίσκεται παραδοσιακά η έδρα του 5ου Στόλου των ΗΠΑ. «Δεν επιστρέφουμε εκεί σύντομα», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι ήθελε να είναι απολύτως ειλικρινής ως προς αυτό.
Έτσι, η συζήτηση που ανοίγει στην Ουάσιγκτον δεν αφορά απλώς σε μια ακόμη αναδιάταξη στρατευμάτων. Αφορά στο πώς θα μοιάζει η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή μετά από ένα τέταρτο του αιώνα πολέμων, επεμβάσεων και αποτυχημένων προσπαθειών απεμπλοκής. Και, κυρίως, αν αυτή τη φορά η Ουάσιγκτον θα καταφέρει πράγματι να μειώσει το αποτύπωμά της χωρίς να υποχρεωθεί, αργά ή γρήγορα, να επιστρέψει ξανά στην περιοχή.
Διαβάστε ακόμη
Ακίνητα: Σε ποιους επιβάλλεται ο φόρος μεταβίβασης 15% – Τι άλλαξε μετά τις αντιδράσεις
Νέα απειλή Τραμπ στον Καναδά: Στο στόχαστρο τα αεροσκάφη της Bombardier
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
