Με στόχο να αξιοποιήσουν την ιστορική εκλογική τους επικράτηση και να προωθήσουν βαθιές αλλαγές στην αμερικανική πολιτική σκηνή, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διατηρήσουν τη δυναμική που δημιούργησε το σαρωτικό «μπλε κύμα» των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, η έκταση της νίκης έχει ενισχύσει την αυτοπεποίθηση του κόμματος, το οποίο καλείται πλέον να μετατρέψει την εκλογική επιτυχία σε συγκεκριμένες πολιτικές παρεμβάσεις, διατηρώντας παράλληλα την ενότητά του.
«Έχουμε δουλειά να κάνουμε στο Κογκρέσο για να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη του αμερικανικού λαού», δήλωσε στους FT την Τετάρτη ο Κεν Μάρτιν, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών (DNC).
«Οι υποψήφιοι έχουν σημασία, όπως και το κλίμα που επικρατεί στο εκλογικό σώμα. Όμως αυτό θα πρέπει να αποτελέσει ένα τεράστιο προειδοποιητικό μήνυμα για τους Ρεπουμπλικανούς και μια τεράστια ευκαιρία για τους Δημοκρατικούς. Υπάρχουν πλέον νέες περιοχές στις οποίες μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί, εφόσον είμαστε διατεθειμένοι να το επιδιώξουμε», πρόσθεσε.
Οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να επικρατήσουν σε παραδοσιακά συντηρητικές περιοχές, σε αγροτικές και νότιες πολιτείες, από το Τέξας και το Κάνσας έως τη Νότια Καρολίνα, όπου εξελέγη η παιδίατρος Άνι Άντριους. Πρόκειται για περιοχές που επί δεκαετίες θεωρούνταν ουσιαστικά απρόσιτες για το κόμμα.
Ο Χακίμ Τζέφρις και η πρόκληση της ενότητας
Ο Χακίμ Τζέφρις, βουλευτής της Νέας Υόρκης που αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της Βουλής των Αντιπροσώπων και να αποτελέσει τον βασικό πολιτικό αντίπαλο του Ντόναλντ Τραμπ στο Καπιτώλιο, υποσχέθηκε ουσιαστικές αλλαγές.
«Θα αγωνιστούμε για να διασφαλίσουμε ότι αυτή η χώρα θα γίνει οικονομικά προσιτή για κάθε Αμερικανό» και θα επιφέρουμε «δραστική αλλαγή», δήλωσε το βράδυ της Τρίτης, ενώ οι υποστηρικτές του κόμματος πανηγύριζαν.
Ωστόσο, ο Τζέφρις θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη δύσκολη αποστολή να διατηρήσει ενωμένη μια ενδεχομένως απρόβλεπτη κοινοβουλευτική ομάδα, στην οποία συνυπάρχουν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται στελέχη της αριστερής πτέρυγας, όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και η νεοεκλεγείσα δημοκρατική σοσιαλίστρια Νταριαλίζα Άβιλα Σεβαλιέ από τη Νέα Υόρκη. Από την άλλη, υπάρχουν πιο κεντρώοι βουλευτές, όπως η Μαρί Γκλούζενκαμπ Πέρες από την πολιτεία της Ουάσιγκτον.
Η προκάτοχός του στην προεδρία της Βουλής, Νάνσι Πελόζι, είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική στη διατήρηση της κομματικής πειθαρχίας κατά τη διάρκεια των προεδριών Τζορτζ Μπους, Μπαράκ Ομπάμα και Ντόναλντ Τραμπ. Ο Τζέφρις, αντίθετα, δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στον ίδιο βαθμό.
Η μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πάντως, αναμένεται να διευκολύνει την προσπάθειά του.
«Οι μεγάλες πλειοψηφίες σημαίνουν ότι το κέντρο μπορεί και θα αντέξει. Οι αριστεροί μπορούν να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται στα άκρα, αλλά οι Δημοκρατικοί θα εξακολουθούν να μπορούν να κυβερνούν», εκτιμά ο Πολ Μπεγκάλα, έμπειρος στρατηγικός σύμβουλος των Δημοκρατικών.
Σούμερ στη Γερουσία και κοινό μέτωπο απέναντι στον Τραμπ
Στη Γερουσία, επικεφαλής της πλειοψηφίας αναμένεται να αναλάβει ο Τσακ Σούμερ, επίσης από τη Νέα Υόρκη και με καταγωγή από το Μπρούκλιν, όπως και ο Τζέφρις.
Η παρουσία των δύο στην ηγεσία των νομοθετικών σωμάτων θα επιτρέψει στους Δημοκρατικούς να εμφανιστούν με ενιαία γραμμή απέναντι στον Τραμπ και τον Λευκό Οίκο.
Το μέγεθος της πλειοψηφίας στη Γερουσία θα προσφέρει επίσης στο κόμμα μεγαλύτερα περιθώρια να απορροφά εσωτερικές διαφωνίες, ακόμη και από στελέχη όπως ο Τζον Φέτερμαν, γερουσιαστής της Πενσιλβάνια και ένας από τους πιο έντονους εσωκομματικούς επικριτές.
Ακρίβεια, δασμοί και υγεία: Τα πρώτα μεγάλα μέτωπα
Οι σημαντικότερες εσωκομματικές αντιπαραθέσεις αναμένεται να επικεντρωθούν στις νομοθετικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι σε ποιον βαθμό θα πρέπει να καταργηθούν οι δασμοί που επέβαλε ο Τραμπ, αλλά και κατά πόσο πρέπει να ενισχυθούν τα κρατικά προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης και οι σχετικές επιδοτήσεις.
Πολλοί υποψήφιοι, μεταξύ των οποίων ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, που κέρδισε την έδρα της Γερουσίας στο Μίσιγκαν, είχαν θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής τους εκστρατείας το πρόγραμμα Medicare for All.
Πρόκειται για μια ριζική αναδιάρθρωση του αμερικανικού συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, την οποία, ωστόσο, δεν υποστηρίζουν όλοι οι Δημοκρατικοί.
Οι έρευνες για την κυβέρνηση Τραμπ και το ζήτημα της παραπομπής
Ένα ακόμη πεδίο διαφωνιών αφορά την έκταση και το αντικείμενο των κοινοβουλευτικών ερευνών σχετικά με καταγγελίες διαφθοράς που αφορούν μέλη της κυβέρνησης Τραμπ, συμπεριλαμβανομένων υπουργών και προσώπων από το οικογενειακό περιβάλλον του προέδρου.
«Λογοδοσία σημαίνει να πραγματοποιηθούν ακροάσεις για τις εκτεταμένες καταγγελίες περί διαφθοράς και να ζητηθούν ευθύνες από κυβερνητικά στελέχη όπως ο Πιτ Χέγκσεθ, ο Ρόμπερτ Φ. Κένεντι Τζούνιορ, ο Τοντ Μπλανς και ο Κας Πατέλ», δήλωσε ο Πολ Μπεγκάλα.
Ωστόσο, ο ίδιος τάχθηκε κατά της έναρξης διαδικασίας παραπομπής του προέδρου.
«Δεν θα πρέπει καν να ξεκινήσουν διαδικασία παραπομπής κατά του προέδρου Τραμπ», υπογράμμισε.
Όπως εξήγησε, μια τέτοια κίνηση θα έστελνε το μήνυμα ότι οι Δημοκρατικοί, όπως και ο Τραμπ, ενδιαφέρονται περισσότερο για την κομματική εκδίκηση παρά για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των αμερικανικών οικογενειών.
Ορισμένοι Δημοκρατικοί έχουν ήδη εκφράσει την πρόθεση να ακολουθήσουν πιο επιθετική στρατηγική ως προς την παραπομπή του προέδρου, ενώ άλλοι συμμερίζονται την άποψη του Μπεγκάλα ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά επιζήμια.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο οι διαφορετικές πτέρυγες του κόμματος θα είναι διατεθειμένες να συμβιβαστούν με τον Τραμπ σε ζητήματα εμπορίου, υγείας ή προϋπολογισμού, εφόσον ο Λευκός Οίκος επιδιώξει συνεργασία με το Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών.
Προς το παρόν, πάντως, δεν είναι σαφές εάν η κυβέρνηση προτίθεται να επιδιώξει ουσιαστικές συμφωνίες.
«Αυτό ήταν μια τεράστια, πραγματικά τεράστια εντολή που έδωσαν οι Αμερικανοί στο Δημοκρατικό Κόμμα και ένα εξίσου ισχυρό μήνυμα προς τον Ντόναλντ Τραμπ», δήλωσε ο Κεν Μάρτιν.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν ο Ντόναλντ Τραμπ θα λάβει αυτό το μήνυμα και εάν θα επιδιώξει πράγματι να βρει κοινό έδαφος με τους Δημοκρατικούς, καθώς προωθούμε μια πολιτική ατζέντα που θα βοηθήσει τον αμερικανικό λαό», πρόσθεσε.
Το βλέμμα στις προεδρικές εκλογές του 2028
Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό περιβάλλον, κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών αναμένεται να αρχίσουν να εξετάζουν το ενδεχόμενο υποψηφιότητας για τις προεδρικές εκλογές του 2028.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι κυβερνήτες Γκάβιν Νιούσομ της Καλιφόρνιας, Τζέι Μπι Πρίτσκερ του Ιλινόι και Τζος Σαπίρο της Πενσιλβάνια, καθώς και κοινοβουλευτικά στελέχη όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές της Νέας Υόρκης και ο Τζον Όσοφ της Τζόρτζια.
Ο Όσοφ, ο οποίος έχει δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την προεδρία, ανέφερε στην επινίκια ομιλία του στην Ατλάντα:
«Αυτή η στιγμή δεν αποτελεί ευκαιρία για επιστροφή στο παρελθόν, αλλά για μεταρρύθμιση».
Με τη χαρακτηριστική υψηλών τόνων ρητορική του, πρόσθεσε:
«Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η βαθύτερη κρίση που πλήττει τη δημοκρατία μας εξακολουθεί να υπάρχει και ότι, επομένως, το σημαντικότερο έργο μας βρίσκεται ακόμη μπροστά μας».
