Η ανάληψη της κινεζικής ηγεσίας από τον Σι Τζινπίνγκ για τρίτη θητεία και το «ξεκαθάρισμα» των υψηλών κλιμακίων του κόμματος από φιλελεύθερα στοιχεία προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον όχι μόνο επειδή σφραγίστηκε από τις εντυπωσιακές εικόνες της απομάκρυνσης, «σηκωτού» του Χου Ζιντάο.

Οι εξελίξεις αυτές ήρθαν λίγες μόλις μέρες αφότου οι ΗΠΑ είχαν προχωρήσει σε μια κίνηση η οποία χαρακτηρίζεται ως οικονομικός πόλεμος σε πλήρη κλίμακα. Το υπουργείο Εμπορίου ανακοίνωσε την απαγόρευση εξαγωγής εξελιγμένων ημιαγωγών – επεξεργαστών (chip) και άλλων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας στην Κίνα καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτική τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη αλλά και για περαιτέρω βήματα στην ανάπτυξη κινεζικής υψηλής τεχνολογίας, κάτι που οι ΗΠΑ θεωρούν ξεκάθαρα απειλή για τις ίδιες αλλά και για τις διεθνείς ισορροπίες.

Η παραγωγή ημιαγωγών είναι παγκοσμιοποιημένη, αλλά οι ΗΠΑ και η Δύση έχουν στα χέρια τους τα πιο κρίσιμα στάδια παραγωγής, όπως το σχεδιασμό, που γίνεται κατά κύριο λόγο από αμερικανικές εταιρείες, αλλά και τον εξοπλισμό παραγωγής που κατασκευάζεται στις ΗΠΑ. Το μεγαλύτερο τμήμα της παραγωγής τελικά γίνεται στη Νοτιανατολική Ασία, κυρίως σε δύο χώρες, την Ταϊβάν και τη Νότιο Κορέα.

Το γεγονός ότι η Ταϊβάν θεωρείται σύμφωνα με το Πεκίνο κινεζικό έδαφος και η «επανένωση» του νησιού με την Κίνα αποτελεί στρατηγικό στόχο του νέου ηγέτη οδηγεί πολλούς αναλυτές στο να ανεβάζουν το ρίσκο μιας στρατιωτικής επέμβασης της Κίνας ύστερα από την απαγόρευση των ΗΠΑ.

Το Πεκίνο επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να αναπτύξει δική του βιομηχανία παραγωγής επεξεργαστών, αλλά τα βήματα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα δεν είναι ικανοποιητικά και οι απαγορεύσεις των ΗΠΑ αποτελούν ένα σημαντικό εμπόδιο.

Η απαγόρευση επηρεάζει όχι μόνο τις αμερικανικές εταιρείες, αλλά και τις ευρωπαϊκές, οι οποίες θα πρέπει να αποφύγουν και από την πλευρά τους την εξαγωγή αγαθών που περιέχουν υλικά που περιλαμβάνονται στην αμερικανική απαγορευμένη λίστα, διότι διαφορετικά θα μπουν και εκείνες στο στόχαστρο της Ουάσιγκτον.

Τέτοιες απαγορεύσεις μπορούν να επιφέρουν σημαντική ζημιά.

Πριν δυο χρόνια, οι ΗΠΑ είχαν απαγορεύσει τις πωλήσεις επεξεργαστών στην κινεζική εταιρεία τηλεπικοινωνιών Huawei, που αποτελούσε τη ναυαρχίδα του Πεκίνου στην παγκόσμια αγορά τεχνολογίας. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η Huawei έχασε το 80% των πωλήσεων smartphone στη διεθνή αγορά και αναγκάστηκε να πουλήσει ολόκληρο τον τομέα κινητής τηλεφωνίας.

Τώρα, με τις νέες απαγορεύσεις, ολόκληρος ο τεχνολογικός τομέας της Κίνας κινδυνεύει να πάθει ότι έπαθε η Huawei.

Το πρόσθετο πρόβλημα για το Πεκίνο είναι ότι το νέο χτύπημα από τις ΗΠΑ έρχεται σε μια περίοδο που η κινεζική οικονομία υποφέρει καθώς το εξαγωγικό μοντέλο στο οποίο έχει βασιστεί η ραγδαία ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετίων πνέει τα λοίσθια.

Τη δεκαετία μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας, η κινεζική οικονομία είχε μέσο ρυθμό ετήσιας μεγέθυνσης της τάξης του 7,7%, αλλά φέτος αναμένεται ότι θα είναι 3% και όλα δείχνουν ότι την επόμενη δεκαετία θα πέσει γύρω στο 3-3,5%.

Το Πεκίνο έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο τα τελευταία χρόνια να μεταφέρει την αναπτυξιακή δυναμική από τις εξαγωγές στην εσωτερική αγορά, καθώς η λεγόμενη «αποπαγκοσμιοποίηση» σημαίνει ότι η αχανής αυτή χώρα δεν θα μπορεί να επωφεληθεί τα επόμενα χρόνια από ξένες επενδύσεις, ενώ και τα μερίδιά της στη διεθνή αγορά θα υποφέρουν.

Ο στόχος γίνεται ακόμα δυσκολότερος μετά τις αμερικανικές απαγορεύσεις και πλέον το ερώτημα που τίθεται ολοένα και συχνότερα διεθνώς είναι κατά πόσον η αμερικανο-κινεζική αντιπαράθεση θα οξυνθεί και, βέβαια, εάν θα επεκταθεί και πέραν του οικονομικού τομέα.

Διαβάστε ακόμη:

Ποια κρίση: Σαρώνουν οι πωλήσεις superyacht – Σε υψηλό 13 ετών οι πωλήσεις!

Υπουργείο Οικονομικών: O πρώτος προϋπολογισμός χωρίς μνημόνιο

 

Κληρονόμησε εκατομμύρια μετά τον θάνατο της γιαγιάς της – Γιατί ζητά να φορολογηθεί η περιουσία της