search icon

Διεθνή

Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Το άδοξο τέλος, η αποκήρυξη από τον Τραμπ και οι ενεργειακές… παρενέργειες (tweets)

Η διαδρομή της πρέσβειρας των ΗΠΑ που έφθασε στην Αθήνα επειδή ο Τραμπ την εμπιστευόταν προσωπικά και καλείται να φύγει επειδή ο ίδιος αποφάσισε ότι δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει - Τραμπ για Γκίλφοιλ: Eκανε καλή δουλειά αλλά δεν είμαστε ευχαριστημένοι με αυτά που διαβάζαμε (tweet)

Andrew Leyden / GETTY IMAGES NORTH AMERICA / Getty Images via AFP

Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφθασε στην Ελλάδα ως η προσωπική επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ για μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές πρεσβείες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, καλείται να αποχωρήσει από την Αθήνα με απόφαση του ίδιου του Αμερικανού προέδρου. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο γεγονότα μεσολάβησαν μια περίοδος έντονης δημόσιας παρουσίας, σημαντικές πρωτοβουλίες στην ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ, συναντήσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, αλλά και μια σειρά δημοσιευμάτων που έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη συμπεριφορά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη χρήση της πολιτικής της επιρροής.

Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου έκλεισε έναν κύκλο που είχε ανοίξει τον Δεκέμβριο του 2024, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να τη διορίσει πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κέιτι Ζακαρία ανακοίνωσε πριν λίγες ώρες ότι ζητήθηκε από την Γκιλφόιλ να υποβάλει την παραίτησή της, συνοδεύοντας την ανακοίνωση με ευχαριστίες για την προσφορά της.

Η εξέλιξη είχε προαναγγελθεί μόλις μία ημέρα νωρίτερα από τον ίδιο τον Τραμπ. Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της πρέσβειρας, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ότι η κυβέρνησή του εξετάζει την υπόθεση και ότι δεν είναι ικανοποιημένη. Ήταν μια σύντομη αλλά πολιτικά βαρύνουσα δήλωση. Ο άνθρωπος που είχε επιλέξει προσωπικά την Γκιλφόιλ αναγνώριζε πλέον δημοσίως ότι η παραμονή της αποτελούσε αντικείμενο επανεξέτασης.

Η χρονική συγκυρία έκανε την ανατροπή ακόμη πιο εντυπωσιακή. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η Γκιλφόιλ είχε υποδεχθεί στην Αθήνα τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, συμμετέχοντας στις επαφές του με την ελληνική κυβέρνηση. Στις 7 Οκτωβρίου, ο Ρούμπιο την είχε χαρακτηρίσει ισχυρή πρέσβειρα, εκφράζοντας δημόσια την υποστήριξή του, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιεύονται οι καταγγελίες. Στις 11 Οκτωβρίου, όμως, το Associated Press μετέδιδε, επικαλούμενο ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Ρούμπιο ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι από τις αποκαλύψεις και εξέταζαν την απομάκρυνσή της.

Η Γκιλφόιλ δεν υπήρξε ποτέ μια συμβατική πρέσβειρα καριέρας. Και αυτό ήταν εξαρχής το μεγαλύτερο πλεονέκτημα, αλλά και η βασική αδυναμία της αποστολής της.

Η απόφαση απομάκρυνσης της Κίμπερλι Γκιλφόιλ συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιχείρησε να αποσυνδέσει την πρώην πρέσβειρα από το οικογενειακό του περιβάλλον. Στην πρώτη δήλωσή του μετά την αποπομπή της, ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Γκιλφόιλ δεν υπήρξε ποτέ μέλος της οικογένειάς του, αλλά απλώς διατηρούσε πριν από αρκετό καιρό σχέση με τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.

Η τοποθέτηση είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η προσωπική σχέση της Γκιλφόιλ με την οικογένεια Τραμπ είχε αποτελέσει βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας της και είχε τροφοδοτήσει τις εκτιμήσεις για την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει ως πρέσβειρα στην Αθήνα. Ο Τραμπ δεν αμφισβήτησε συνολικά το έργο της, αλλά συνέδεσε ευθέως την απομάκρυνσή της με τα αρνητικά δημοσιεύματα. Από την πλευρά της, η Γκιλφόιλ επέλεξε να απαντήσει με μια εκτενή δήλωση, στην οποία συνδύασε την υπεράσπιση της θητείας της με την κατηγορηματική απόρριψη των εις βάρος της καταγγελιών, αποφεύγοντας οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση με τον Τραμπ. «Η θητεία μου ως Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα υπήρξε η μεγαλύτερη τιμή της ζωής μου», ανέφερε, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της προς τον Αμερικανό πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για την εμπιστοσύνη τους.

Το πλέον ουσιαστικό σημείο της δήλωσής της αφορούσε, ωστόσο, τις καταγγελίες που οδήγησαν στην απομάκρυνσή της. «Οι κατηγορίες αυτές είναι ψευδείς και σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου, τη φήμη μου και την ακεραιότητά μου», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι δεν θα επιτρέψει σε ισχυρισμούς που απορρίπτει να καθορίσουν την αποτίμηση της επαγγελματικής της διαδρομής.

Παρά την αποπομπή της, η Γκιλφόιλ επέμεινε στη δημόσια έκφραση αφοσίωσης προς τον Τραμπ. Διαβεβαίωσε ότι η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός της προς τον ίδιο και τον Ρούμπιο παραμένουν ακλόνητοι, ενώ ξεκαθάρισε ότι η ολοκλήρωση της πρεσβευτικής της θητείας δεν σημαίνει και το τέλος της πολιτικής της δέσμευσης στο κίνημα «America First».

Η αντιπαραβολή των δύο δηλώσεων αποτυπώνει μια αξιοσημείωτη αντίφαση. Ο Τραμπ επιχείρησε να περιορίσει την προσωπική και οικογενειακή σύνδεσή του με την Γκιλφόιλ, ενώ εκείνη επέλεξε να επαναβεβαιώσει την πολιτική της ταύτιση μαζί του, ακόμη και μετά την απόφαση απομάκρυνσής της.

Η στάση αυτή δεν αρκεί για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τις προσωπικές τους σχέσεις ή τις μελλοντικές πολιτικές επιλογές της. Και αυτό προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή που προηγήθηκε του διορισμού της, όταν η πρώην εισαγγελέας και τηλεοπτική παρουσιάστρια εξελίχθηκε σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα του στενού κύκλου του Ντόναλντ Τραμπ.

Για την Αθήνα, η επιλογή της Γκιλφόιλ είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η ελληνική κυβέρνηση δεν υποδεχόταν απλώς μια νέα εκπρόσωπο της Ουάσιγκτον, αλλά ένα πρόσωπο με πολυετή παρουσία στον στενό κύκλο του Τραμπ, προσωπική σχέση με την οικογένειά του και σημαντική συμμετοχή στις προεκλογικές εκστρατείες του. Η ίδια είχε διαμορφώσει αυτή τη σχέση πολύ πριν από τον διπλωματικό διορισμό της. Από το 2018, όταν συνδέθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, βρέθηκε στο κέντρο του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος του κινήματος MAGA. Συμμετείχε σε συγκεντρώσεις, εμφανιζόταν σε πολιτικές εκδηλώσεις, κινητοποιούσε δωρητές και αναλάμβανε δημόσια την υπεράσπιση του Τραμπ.

Η σχέση της με τον μεγαλύτερο γιο του προέδρου εξελίχθηκε σε αρραβώνα, ο οποίος δημοσιοποιήθηκε το 2022. Για αρκετά χρόνια οι δυο τους αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ζευγάρια στις ΗΠΑ. Η Γκιλφόιλ είχε πρόσβαση σε πολιτικούς παράγοντες, επιχειρηματίες, χρηματοδότες και πρόσωπα που συμμετείχαν στη διαμόρφωση του πολιτικού περιβάλλοντος του Τραμπ. Αυτή η διαδρομή δημιούργησε την εικόνα μιας γυναίκας που μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με το προεδρικό περιβάλλον, χωρίς τις συνήθεις διαδικασίες της διπλωματικής οδού. Η εικόνα αυτή είχε αξία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία επιδίωκε να ενισχύσει τη θέση της στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα σε ζητήματα ενέργειας, άμυνας και Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο στην Αθήνα γνώριζαν πολύ καλά ότι μια πολιτικά ισχυρή πρέσβειρα μπορεί να διευκολύνει την επικοινωνία, αλλά δεν υποκαθιστά την κλασική διπλωματία.

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, συνέπεσε με μια περίοδο σημαντικών αλλαγών στην προσωπική της ζωή. Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί και ο αμερικανικός Τύπος ασχολούνταν ήδη με τη διάλυσή της. Η χρονική σύμπτωση τροφοδότησε εικασίες ότι η αποστολή στην Αθήνα αποτελούσε έναν τρόπο να διατηρηθεί η Γκιλφόιλ στον ευρύτερο κύκλο επιρροής του Τραμπ, χωρίς να παραμένει καθημερινά στο επίκεντρο των οικογενειακών και κοινωνικών του σχέσεων. Αυτή ήταν μια ερμηνεία που κυκλοφόρησε στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, όχι ένα αποδεδειγμένο κίνητρο του διορισμού.

Η επίσημη αιτιολόγηση ήταν διαφορετική. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την Γκιλφόιλ στενή φίλη και σύμμαχό του, επικαλούμενος την εμπειρία της ως νομικού, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική. Υποστήριξε ότι μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, από την αμυντική συνεργασία μέχρι το εμπόριο και την οικονομία. Ο διορισμός της δεν αποτέλεσε μεμονωμένη επιλογή. Εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πρακτική του Ντόναλντ Τραμπ να τοποθετεί σε σημαντικές διπλωματικές θέσεις πρόσωπα του στενού προσωπικού, οικογενειακού, πολιτικού και επιχειρηματικού του περιβάλλοντος. Αν και οι πολιτικοί διορισμοί πρέσβεων αποτελούν διαχρονικό χαρακτηριστικό του αμερικανικού συστήματος, ο Τραμπ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική εμπιστοσύνη και στην πολιτική αφοσίωση. Σύμφωνα με την American Foreign Service Association, έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2026, από τους 122 καταγεγραμμένους διορισμούς πρεσβευτών της δεύτερης θητείας του, οι 97, δηλαδή το 79,5%, αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα ή στελέχη εκτός του επαγγελματικού διπλωματικού σώματος.

Διαβάστε περισσότερα στο protothema.gr

Exit mobile version