search icon

Διεθνή

Ρωσική οικονομία: Πόλεμος, κυρώσεις και υψηλά επιτόκια σφίγγουν τον κλοιό στη Μόσχα 

Η ρωσική οικονομία πιέζεται από πολεμικές δαπάνες, πληθωρισμό, υψηλά επιτόκια και προβλήματα στην ενέργεια, ενώ οι νέες αμερικανικές κυρώσεις απειλούν να περιορίσουν περαιτέρω τα κρίσιμα έσοδα της Μόσχας

(Vyacheslav PROKOFYEV / POOL / AFP)

Η πίεση στη ρωσική οικονομία εντείνεται, καθώς η Μόσχα καλείται να χρηματοδοτήσει έναν εξαιρετικά δαπανηρό πόλεμο, την ώρα που η ανάπτυξη επιβραδύνεται και οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα ενεργειακά έσοδα που αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης του Κρεμλίνου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η αμερικανική νομοθετική προσπάθεια για την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε μεγάλους αγοραστές ρωσικής ενέργειας. Το σχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% σε εισαγωγές από τις μεγαλύτερες χώρες που εξακολουθούν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο ή φυσικό αέριο και σε κράτη που διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.

Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να αυξηθεί το κόστος συναλλαγών με τη Μόσχα και να περιοριστούν τα έσοδα από τα ορυκτά καύσιμα, από τα οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η ρωσική οικονομία.

Η προσπάθεια αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς η αναπτυξιακή δυναμική της Ρωσίας έχει εξασθενήσει σημαντικά. Η Τράπεζα της Ρωσίας υποβάθμισε τον Ιούλιο την πρόβλεψή της για την αύξηση του ΑΕΠ το 2026 σε μόλις 0%-1%, από 0,5%-1,5% προηγουμένως. Για το 2027 και το 2028 προβλέπει ανάκαμψη της ανάπτυξης στο 1,5%-2,5%.

Η σημερινή εικόνα απέχει σημαντικά από εκείνη του 2023, όταν η ρωσική οικονομία είχε κατορθώσει να προσαρμοστεί στο πρώτο μεγάλο κύμα δυτικών κυρώσεων, ανακατευθύνοντας μεγάλο μέρος του εμπορίου της προς την Ασία και άλλες αγορές.

Ο τεράστιος λογαριασμός του πολέμου

Η βασική αιτία της πίεσης βρίσκεται στην τεράστια μεταφορά οικονομικών πόρων προς την πολεμική μηχανή. Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, την περίοδο 2019-2021, η Ρωσία δαπανούσε περίπου 47 δισ. δολάρια ετησίως για την άμυνα. Πλέον οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν πολλαπλασιαστεί, απορροφώντας ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των διαθέσιμων πόρων.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο δημοσιονομικό κόστος. Η μαζική διοχέτευση χρημάτων στην αμυντική βιομηχανία έχει δημιουργήσει μια οικονομία δύο ταχυτήτων: από τη μία βρίσκονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, που επωφελούνται από τις κρατικές παραγγελίες, και από την άλλη οι μη στρατιωτικοί κλάδοι, οι οποίοι καλούνται να ανταγωνιστούν για εργαζομένους και κεφάλαια σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους.

Η Μόσχα μπορεί ακόμη να χρηματοδοτεί την πολεμική προσπάθεια, όμως κάθε επιπλέον έτος σύγκρουσης αυξάνει το μακροπρόθεσμο οικονομικό τίμημα, καθώς κεφάλαια που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις, υποδομές ή κατανάλωση δεσμεύονται για στρατιωτικούς σκοπούς.

Η ενεργειακή ανάσα από τον πόλεμο με το Ιράν

Στις αρχές του 2026, η κατάσταση για τα ρωσικά δημόσια οικονομικά ήταν δυσκολότερη, καθώς οι χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου είχαν περιορίσει σημαντικά τα ενεργειακά έσοδα.

Η έκρηξη της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν άλλαξε προσωρινά τα δεδομένα. Η αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές και ιδιαίτερα οι δυσκολίες στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ ώθησαν τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου υψηλότερα, προσφέροντας στη Μόσχα μια πολύτιμη οικονομική ανάσα.

Παράλληλα, οι νέες συνθήκες στην αγορά έχουν αλλάξει τις εμπορικές ροές. Η Κίνα αναμένεται να εισαγάγει περίπου 1,25 εκατ. βαρέλια ημερησίως ρωσικού πετρελαίου μέσω θαλάσσης τον Αύγουστο, καθώς οι μειωμένες ιρανικές προμήθειες την ωθούν προς τη Ρωσία. Οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού, αντίθετα, εκτιμάται ότι υποχωρούν στα 1,87 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από περισσότερα από 2,7 εκατ. τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Η ενεργειακή κρίση, επομένως, προσφέρει στη Ρωσία υψηλότερες τιμές και νέες ευκαιρίες πωλήσεων. Δεν λύνει όμως τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας.

Ελλείψεις εργαζομένων και υψηλός πληθωρισμός

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια είναι η στενότητα στην αγορά εργασίας. Η πολεμική κινητοποίηση, οι απώλειες στο μέτωπο, η αυξημένη ζήτηση προσωπικού από την αμυντική βιομηχανία και η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων Ρώσων στο εξωτερικό έχουν περιορίσει τη διαθέσιμη δεξαμενή εργαζομένων.

Ταυτόχρονα, η διοχέτευση μεγάλων ποσών διατηρεί τις πληθωριστικές πιέσεις. Η ίδια η Τράπεζα της Ρωσίας προβλέπει πλέον ότι ο ετήσιος πληθωρισμός θα κινηθεί μεταξύ 6% και 7% το 2026, ενώ αναγνωρίζει ότι οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και η επεκτατικότερη δημοσιονομική πολιτική δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους.

Αυτό αναγκάζει την κεντρική τράπεζα να διατηρεί εξαιρετικά περιοριστική νομισματική πολιτική. Στις 24 Ιουλίου μείωσε το βασικό επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης, στο 14% από 14,25%, ωστόσο το κόστος του χρήματος εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδα που δυσκολεύουν τις επενδύσεις και τον δανεισμό των επιχειρήσεων.

Πίεση ακόμη και στην εγχώρια αγορά καυσίμων

Ένα ακόμη ανησυχητικό σημάδι εμφανίστηκε μέσα στον Αύγουστο. Παρότι η Ρωσία συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς ενέργειας στον κόσμο, πρατήρια στη Μόσχα και σε άλλες περιοχές έχουν επιβάλει περιορισμούς στις πωλήσεις βενζίνης, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια και η αυξημένη εποχική ζήτηση προκάλεσαν ελλείψεις.

Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να απαγορεύσει εξαγωγές καυσίμων και να ξεκινήσει εισαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων για να ενισχύσει την εγχώρια προσφορά.

Παράλληλα, οι εξαγωγές πετρελαίου από τα δυτικά ρωσικά λιμάνια βρέθηκαν περίπου 15% χαμηλότερα από τον προγραμματισμό κατά το πρώτο μισό του Αυγούστου, κυρίως εξαιτίας των προβλημάτων στο Νοβοροσίσκ.

Η Ρωσία δεν βρίσκεται σήμερα μπροστά σε άμεση οικονομική κατάρρευση. Διαθέτει ακόμη σημαντικές ενεργειακές εξαγωγές, παραγωγική βάση και τη δυνατότητα να κατευθύνει τεράστιους κρατικούς πόρους προς την πολεμική βιομηχανία.

Το ερώτημα είναι για πόσο μπορεί να διατηρηθεί αυτό το μοντέλο χωρίς σοβαρότερες συνέπειες για την υπόλοιπη οικονομία.

Οι νέες αμερικανικές κυρώσεις θα μπορούσαν να εντείνουν την πίεση εάν καταφέρουν να αποθαρρύνουν μεγάλους εμπορικούς εταίρους από την αγορά ρωσικής ενέργειας. Η αποτελεσματικότητά τους, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εφαρμοστούν και κυρίως από τη στάση μεγάλων αγοραστών όπως η Κίνα και η Ινδία.

Διαβάστε ακόμη

Τουρισμός για Oλους 2026-2027: Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης

Γουόρς στο Τζάκσον Χολ: «Εχουμε ακόμη δουλειά» με τον πληθωρισμό – Πιθανό σήμα για άνοδο επιτοκίων (tweets)

Μύκονος: Το ημερολόγιο «πρόδωσε» περίπτερο – Στο φως αποδείξεις 90.000 ευρώ που δεν εκδόθηκαν

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version