Η Λιάν Τεν Μπρίνκε, κοινωνική ψυχολόγος και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, έχει αφιερώσει την καριέρα της στη μελέτη των λεγόμενων «σκοτεινών» χαρακτηριστικών της προσωπικότητας. Όπως ανέφερε σε συνέντευξή της στο Business Insider, όταν μιλά για «τοξικούς ανθρώπους» αναφέρεται κυρίως σε αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται «σκοτεινή τετράδα» χαρακτηριστικών.
Αυτά περιλαμβάνουν την ψυχοπάθεια (που χαρακτηρίζεται από παρορμητικότητα και παραβίαση κανόνων), τον ναρκισσισμό (εγωκεντρισμό και αίσθηση δικαιώματος), τον μακιαβελισμό (έντονη επιθυμία για κύρος και έλεγχο) και τον σαδισμό (απόλαυση του πόνου των άλλων).
Παρότι πρόκειται για διαφορετικά χαρακτηριστικά, παρουσιάζουν ορισμένες σημαντικές ομοιότητες. Όπως εξηγεί η ίδια, «όταν ένα άτομο εμφανίζει έντονα ένα από αυτά τα στοιχεία, συχνά τείνει να παρουσιάζει και κάποιο από τα υπόλοιπα, επειδή μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά».
Στο νέο της βιβλίο, «Poisonous People: How to Resist Them and Improve Your Life» («Δηλητηριώδεις άνθρωποι: Πώς να τους αντισταθείτε και να βελτιώσετε τη ζωή σας»), που κυκλοφόρησε στις 10 Μαρτίου, η Τεν Μπρίνκε εξηγεί πώς μπορεί κανείς να αναγνωρίζει τέτοιες συμπεριφορές στην καθημερινότητα. Διευκρινίζει ωστόσο, ότι στόχος του βιβλίου δεν είναι να οδηγεί τους αναγνώστες στο να χαρακτηρίζουν ως ψυχοπαθή ή ναρκισσιστή οποιοδήποτε άτομο με το οποίο είχε μια δύσκολη ή δυσάρεστη αλληλεπίδραση.
Το ζήτημα, όπως επισημαίνει, είναι κυρίως ο εντοπισμός επαναλαμβανόμενων μοτίβων συμπεριφοράς στους άλλους, ώστε να γίνεται πιο εύκολη η αναγνώριση στάσεων όπως η αναλγησία ή η χειραγώγηση και, στη συνέχεια, η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Δεδομένου ότι το ψέμα είναι συνηθισμένο φαινόμενο σε άτομα με τέτοια χαρακτηριστικά προσωπικότητας, η Τεν Μπρίνκε προτείνει ένα απλό τεστ «δέκα δευτερολέπτων»: την υποβολή συγκεκριμένων ερωτήσεων, ώστε να παρατηρηθεί η αντίδραση του συνομιλητή. «Μπορεί να υπάρχουν κακόβουλοι άνθρωποι ανάμεσά μας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να πέσουμε θύματα τους», σημειώνει η ίδια.
Ερωτήσεις ανοιχτού τύπου
Σύμφωνα με την Τεν Μπρίνκε, ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι που λένε την αλήθεια τείνουν να δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες όταν απαντούν σε ερωτήσεις.
Παρότι αυτό δεν αποτελεί απόλυτη ένδειξη ότι κάποιος λέει ψέματα, μπορεί να λειτουργήσει ως ένα χρήσιμο στοιχείο που αξίζει να λαμβάνεται υπόψη. Οι άνθρωποι που δεν λένε την αλήθεια συχνά προτιμούν σύντομες και απλές απαντήσεις, γι’ αυτό και τους εξυπηρετούν ερωτήσεις στις οποίες μπορούν να απαντήσουν με «ναι» ή «όχι».
Αντίθετα, η απάντηση σε μια πιο ανοιχτή ερώτηση, όπως, για παράδειγμα, «τι συζητήθηκε στη συνάντηση της Πέμπτης στην οποία είχες αναφέρει ότι παρευρέθηκες;», γίνεται πιο δύσκολη όταν κάποιος δεν λέει την αλήθεια.
«Σε τέτοιες περιπτώσεις, το άτομο πρέπει να επινοήσει λεπτομέρειες, να φροντίσει ώστε να μην έρχονται σε αντίφαση με όσα ήδη γνωρίζει ο συνομιλητής του και, επιπλέον, να θυμάται αυτές τις λεπτομέρειες και στο μέλλον», εξηγεί η ίδια.
Αν κάποιος δώσει μια σύντομη απάντηση σε μια ερώτηση ανοιχτού τύπου, η Τεν Μπρίνκε προτείνει να του ζητηθούν περισσότερες λεπτομέρειες. Όπως αναφέρει στο βιβλίο της, «όσοι λένε την αλήθεια συνήθως δεν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε απλά αιτήματα για περαιτέρω διευκρινίσεις. Αντίθετα, όσοι δεν λένε την αλήθεια συχνά δυσκολεύονται να προσθέσουν επιπλέον πληροφορίες».
Όσο πιο απροσδόκητες είναι οι ερωτήσεις, τόσο καλύτερα
Όταν κάποιος έχει τον χρόνο να προετοιμάσει ένα ψέμα και να το «ενισχύσει» με λεπτομέρειες, ο εντοπισμός του ψέματος γίνεται πιο δύσκολος. Για τον λόγο αυτό, η Τεν Μπρίνκε επισημαίνει τη σημασία των απροσδόκητων ερωτήσεων.
Στο βιβλίο της, η Τεν Μπρίνκε αναφέρει ως παράδειγμα μια συνέντευξη για θέση εργασίας. Αν στο βιογραφικό ενός υποψηφίου αναφέρεται ότι εργάστηκε για πέντε χρόνια σε ένα Apple Store, είναι πιθανό να αναμένει ερωτήσεις όπως «Πες μου λίγα λόγια για τον ρόλο σου».
Ωστόσο, μια πιο απρόβλεπτη ερώτηση, όπως για παράδειγμα: «Ποιο ήταν το αγαπημένο σου μέρος για μεσημεριανό όταν δούλευες στο Apple Store στο Μπέρκλεϊ;» μπορεί να αποδειχθεί πιο αποκαλυπτική. Αν το άτομο δεν έχει πράγματι εργαστεί εκεί, είναι πιθανό να δυσκολευτεί να δώσει μια πειστική και συγκεκριμένη απάντηση.
«Όταν έρχονται αντιμέτωποι με μια τέτοια απρόσμενη ερώτηση, όσοι λένε ψέματα ενδέχεται να αρχίσουν να μιλούν πιο αργά, να μπερδεύονται στα λόγια τους ή να δίνουν την εντύπωση ότι σκέφτονται υπερβολικά πριν απαντήσουν», είπε η ίδια.
Εστίαση στα λόγια και όχι στη γλώσσα του σώματος
«Υπάρχει η πεποίθηση πως ορισμένα μη λεκτικά σημάδια, όπως η αποφυγή της οπτικής επαφής ή οι νευρικές κινήσεις, υποδεικνύουν ότι κάποιος λέει ψέματα. Ωστόσο, τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή την εκτίμηση», σύμφωνα με την Τεν Μπρίνκε.
«Αν τραβήξει κανείς βίντεο με ανθρώπους που λένε ψέματα και ανθρώπους που λένε την αλήθεια, μπορεί να διαπιστώσει πως ο χρόνος που διατηρούν οπτική επαφή είναι ουσιαστικά ο ίδιος και στις δύο περιπτώσεις. Δεν υπάρχει καμία διαφορά. Αν βασιστεί κανείς σε σημάδια όπως η αλλαγή θέσης των ατόμων αυτών στο κάθισμά τους ή η διατήρηση οπτικής επαφής, οι εκτιμήσεις του για το αν κάποιος λέει ψέματα μάλλον δεν θα είναι αξιόπιστες», εξηγεί η ίδια.
Αντί για τέτοιου είδους σημάδια, μεγαλύτερη σημασία έχει η ίδια η συζήτηση και ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνονται οι απαντήσεις. Η προσοχή, σύμφωνα με την Τεν Μπρίνκε, θα πρέπει να στρέφεται κυρίως σε απαντήσεις που παραμένουν ασαφείς ή υπερβολικά σύντομες.
Διαβάστε ακόμη
Tα τρία σοκ που πλήττουν τις αγορές δημιουργούν μια «τέλεια καταιγίδα» (γραφήματα)
Τι ισχύει για τις χρεώσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς – Η απάντηση των τραπεζών
5 φυτά με ανάπτυξη σε χρόνο ρεκόρ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμαγασιακά)
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.