Όσοι βρέθηκαν τις ημέρες των γιορτών σε κάποιο σούπερ μάρκετ ή στο κρεοπωλείο της γειτονιάς για να προμηθευτούν τα βασικά του χριστουγεννιάτικου ή πρωτοχρονιάτικου τραπεζιού, δύσκολα δεν κοντοστάθηκαν μπροστά στις ταμπέλες ιδίως στην τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος.
Το μοσχαρίσιο και το βόειο κρέας δεν ακρίβυναν από συγκυρία. Η εκτόξευση των τιμών είναι αποτέλεσμα ενός σύνθετου μείγματος περιορισμένης παραγωγής, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς, σε συνδυασμό με μια ζήτηση που συνεχίζει να αυξάνεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα συνεχές ράλι τιμών, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Στην Ελλάδα, οι τιμές του μοσχαρίσιου κρέατος έχουν εκτοξευθεί. Ο κιμάς φτάνει πλέον περίπου τα 12–15 ευρώ το κιλό σε σούπερ μάρκετ και συνοικιακά κρεοπωλεία, ενώ τα πιο τρυφερά κομμάτια, όπως η σπάλα ή η μπριζόλα, κινούνται από 17 έως και 20 ευρώ το κιλό ή και υψηλότερα σε ορισμένες περιπτώσεις. Πρόκειται για επίπεδα αισθητά αυξημένα σε σχέση με πέρυσι, όταν οι τιμές ήταν σημαντικά χαμηλότερες, με τον κιμά να διαμορφώνεται περίπου στα 8–9 ευρώ το κιλό.
Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποια ουσιαστική αποκλιμάκωση. Το φθηνό μοσχαρίσιο κρέας κινδυνεύει να γίνει ακόμη πιο δυσεύρετο στις παγκόσμιες αγορές, καθώς η Βραζιλία μία από τις ελάχιστες χώρες με άφθονη παραγωγή βοοειδών τα τελευταία χρόνια εισέρχεται πλέον σε φάση περιορισμού της προσφοράς, εξέλιξη που αναμένεται να ασκήσει νέες ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Τα δύο προηγούμενα χρόνια, η δυναμική αύξηση της παραγωγής βοδινού στη Βραζιλία τροφοδότησε ισχυρή άνοδο των εξαγωγών. Τα μεγάλα κοπάδια οδήγησαν σε χαμηλότερες τιμές ζώντων ζώων σε σύγκριση με άλλες χώρες, ωθώντας τους κτηνοτρόφους να στείλουν περισσότερα ζώα προς σφαγή. Την ίδια περίοδο, αγορές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, που αντιμετώπιζαν υψηλό κόστος ζωοτροφών, στράφηκαν σε φθηνότερες εισαγωγές.
Αυτός ο κύκλος, ωστόσο, φαίνεται να φτάνει στο τέλος του. Η άνοδος των τιμών των μόσχων στη Βραζιλία σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης, όπου οι παραγωγοί επιλέγουν να διακρατούν περισσότερα θηλυκά ζώα ώστε να ανασυγκροτήσουν τα κοπάδια τους πρακτική γνωστή ως heifer retention. Η επιλογή αυτή μειώνει τον αριθμό των ζώων που οδηγούνται στη σφαγή και αποτελεί το πρώτο στάδιο ενός κύκλου περιορισμένης προσφοράς.
«Αφήνουμε πίσω μας τη φάση της υπερπροσφοράς, ενώ η περίοδος της έλλειψης δεν έχει καν ξεκινήσει», επισημαίνει ο Σέζαρ ντε Κάστρο Άλβες, επικεφαλής αγροτικής ανάλυσης στην Itaú BBA, εκτιμώντας ότι η στενότητα μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια, όπως μεταδίδει το πρακτορείο Bloomberg.
Η εξέλιξη αυτή συνιστά σοβαρή ανατροπή για τις παγκόσμιες αγορές βοδινού και κακή είδηση για τους καταναλωτές, καθώς η διεθνής ζήτηση για ζωική πρωτεΐνη παραμένει ισχυρή.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα κοπάδια βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών λόγω ξηρασίας και αυξημένου κόστους ζωοτροφών, οι τιμές του κρέατος έχουν εκτοξευθεί. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει θέσει ως προτεραιότητα τη μείωσή τους, χαλαρώνοντας δασμούς και ενισχύοντας τις εισαγωγές.
Σύμφωνα με τη Datagro, οι σφαγές βοοειδών στη Βραζιλία αναμένεται να μειωθούν κατά 5,3% το επόμενο έτος, μετά από δύο χρόνια ανόδου, ενώ η Rabobank προβλέπει πτώση της συνολικής παραγωγής κατά 5%-6%. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα εκτιμάται ότι θα διατηρήσει τη θέση του μεγαλύτερου εξαγωγέα παγκοσμίως, με ρεκόρ 4,4 εκατ. τόνων.
Όπως προειδοποιούν οι αναλυτές, η ταυτόχρονη φάση ανασυγκρότησης κοπαδιών σε Βραζιλία, Ηνωμένες Πολιτείες και Αυστραλία ενδέχεται να καταστήσει το 2026 κομβικό έτος για τις τιμές, με το μοσχαρίσιο κρέας να παραμένει ακριβό σε περιβάλλον ισχυρής διεθνούς ζήτησης.
Την ώρα που η παραγωγή «φρενάρει» και πυροδοτεί ράλι ακρίβειας, οι εστιάτορες στις Ηνωμένες Πολιτείες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους. Το μοσχαρίσιο κρέας αρχίζει να αποσύρεται από το καθημερινό τραπέζι ολοένα και περισσότερων νοικοκυριών. Ωστόσο, οι υψηλές τιμές δεν προβληματίζουν μόνο τους καταναλωτές, αλλά και την εστίαση.
Σε άρθρο της η Wall Street Journal εξηγεί γιατί ακόμη και ένας λογαριασμός 500 δολαρίων σε ένα ακριβό steakhouse μπορεί να αποφέρει καθαρό κέρδος μόλις 25 δολάρια. Τα περιθώρια κέρδους στην εστίαση ακόμη και στο fine dining είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Οι τιμές του κρέατος έχουν αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, ειδικά για ποιοτικά κομμάτια βοδινού, ενώ το κόστος εργασίας έχει εκτοξευθεί λόγω ελλείψεων προσωπικού και υψηλότερων μισθών. Παράλληλα, τα εστιατόρια επιβαρύνονται με ενοίκια, ενέργεια, ασφάλειες, προμήθειες, συντήρηση εξοπλισμού και απώλειες από τρόφιμα που δεν πωλούνται.
Η Ελλάδα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης μέσω εισαγωγών, καθώς η εγχώρια παραγωγή αντιστοιχεί σε μικρό μόνο ποσοστό της συνολικής αγοράς, με περίπου το 75% της ζήτησης να προέρχεται από το εξωτερικό.
Η εξάρτηση αυτή σημαίνει ότι οι διεθνείς αυξήσεις μεταφέρονται άμεσα στους Έλληνες καταναλωτές, εντείνοντας την ακρίβεια. Ως αποτέλεσμα, πολλά νοικοκυριά αναπροσαρμόζουν τις επιλογές τους, στρεφόμενα σε φθηνότερες πρωτεΐνες όπως το κοτόπουλο ή το χοιρινό, ή περιορίζοντας την κατανάλωση μοσχαρίσιου ώστε να συγκρατήσουν το κόστος του οικογενειακού τραπεζιού.
Διαβάστε ακόμα
Βενεζουέλα: Το στοίχημα των $100 δισ. για να ανακάμψει η πετρελαϊκή βιομηχανία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.