search icon

Διεθνή

Τρόφιμα: Ο καύσωνας φέρνει νέες αυξήσεις στις τιμές – Ποια προϊόντα βρίσκονται στο «κόκκινο»

Οι διαδοχικοί καύσωνες και η παρατεταμένη ξηρασία περιορίζουν τις αποδόσεις σε σιτηρά, λαχανικά και κτηνοτροφία, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και τον κίνδυνο νέων πιέσεων στις τιμές των τροφίμων

unsplash

Η ακραία ζέστη αρχίζει να μετατρέπεται από κλιματικό φαινόμενο σε οικονομικό πρόβλημα για την ευρωπαϊκή διατροφική αλυσίδα. Οι αλλεπάλληλοι καύσωνες και η παρατεταμένη ανομβρία δεν αυξάνουν μόνο τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια και κλιματισμό, αλλά αφήνουν πλέον έντονο αποτύπωμα στα χωράφια, περιορίζοντας τις αποδόσεις και αυξάνοντας το κόστος για τους παραγωγούς.

Στο επίκεντρο βρίσκονται σιτηρά, γαλακτοκομικά και φυλλώδη λαχανικά, προϊόντα που αντιδρούν ιδιαίτερα έντονα στις υψηλές θερμοκρασίες και στην έλλειψη νερού. Οι επιπτώσεις δεν είναι ομοιόμορφες σε ολόκληρη την Ευρώπη, ούτε μια μειωμένη συγκομιδή συνεπάγεται αυτομάτως υψηλότερες τιμές στα σούπερ μάρκετ.

Όσο όμως συσσωρεύονται οι απώλειες στην παραγωγή, αυξάνονται οι ανάγκες για άρδευση και οι κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να αγοράζουν περισσότερες ζωοτροφές, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος μέρος του πρόσθετου κόστους να μεταφερθεί τελικά στον καταναλωτή.

Η έκταση του προβλήματος αποτυπώνεται στα στοιχεία του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Τον Ιούλιο, περίπου το 50% της συνολικής έκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βρετανίας βρισκόταν αντιμέτωπο με κάποιο επίπεδο ξηρασίας.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι στο 9% της έκτασης είχε ενεργοποιηθεί το υψηλότερο επίπεδο συναγερμού, καθώς η έλλειψη βροχοπτώσεων και υγρασίας στο έδαφος είχε αρχίσει να προκαλεί εμφανείς επιπτώσεις στη βλάστηση.

Τα σιτηρά στην πρώτη γραμμή

Μία από τις μεγαλύτερες εστίες ανησυχίας είναι η παραγωγή σιτηρών, καθώς η έντονη ζέστη επηρεάζει κρίσιμα στάδια ανάπτυξης των καλλιεργειών.

Οι επαναλαμβανόμενοι καύσωνες περιόρισαν τον χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους οι χειμερινές καλλιέργειες για να ολοκληρώσουν την ανάπτυξη του καρπού. Σε αρκετές περιοχές ο θερισμός επισπεύστηκε, με αποτέλεσμα μικρότερους σπόρους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χαμηλότερη ποιότητα.

Οι ευρωπαϊκές προβλέψεις για τις αποδόσεις των χειμερινών καλλιεργειών έχουν ήδη αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά 1% έως 4%, ενώ η συνολική παραγωγή σιτηρών εκτιμάται πλέον ότι θα κινηθεί περίπου 1% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.

Ακόμη μεγαλύτερο είναι το πλήγμα σε συγκεκριμένες καλλιέργειες. Για το καλαμπόκι και τον ηλίανθο, οι εκτιμήσεις για τις αποδόσεις έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 6%-7%.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται επομένως σε μια μικρή ομάδα παραγωγών. Τα σιτηρά βρίσκονται στη βάση ενός πολύ μεγαλύτερου τμήματος της διατροφικής αλυσίδας, γεγονός που σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διαταραχή στην παραγωγή μπορεί να αποκτήσει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις.

Η Βρετανία αντιμέτωπη με τη χειρότερη συγκομιδή εδώ και δεκαετίες

Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση στη Βρετανία, όπου οι εκτιμήσεις για τη φετινή παραγωγή αποτυπώνουν το μέγεθος της ζημιάς.

Η συνολική παραγωγή σιτηρών και ελαιούχων σπόρων αναμένεται να περιοριστεί περίπου στους 18,5 εκατ. τόνους, επίδοση που, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα είναι η χαμηλότερη από το 1984, όταν άρχισε η καταγραφή συγκρίσιμων στοιχείων.

Η μέση απόδοση του σιταριού εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στους 6,7 τόνους ανά εκτάριο, αισθητά χαμηλότερα από τους περίπου 7,9 τόνους μιας συνηθισμένης χρονιάς.

Σε σχέση με τις αρχικές εκτιμήσεις, η απώλεια υπολογίζεται σε περίπου 2,5 εκατ. τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 390 εκατ. στερλίνες χαμένων εσόδων για τους παραγωγούς.

Οι συνέπειες, όμως, μπορούν να φτάσουν πολύ μακρύτερα από την τιμή του ψωμιού ή του αλευριού.

Καλαμπόκι, κριθάρι και άλλα δημητριακά αποτελούν βασικές ζωοτροφές. Εάν οι διαθέσιμες ποσότητες μειωθούν και οι τιμές αυξηθούν, το υψηλότερο κόστος μπορεί σταδιακά να περάσει στην κτηνοτροφία και από εκεί στο κρέας, στα αυγά και στα γαλακτοκομικά.

Διπλή πίεση στους κτηνοτρόφους

Η κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό αλλά εξίσου σοβαρό πρόβλημα. Η ζέστη δεν πλήττει μόνο τις καλλιέργειες που προορίζονται για ζωοτροφές, αλλά επηρεάζει άμεσα και την παραγωγικότητα των ίδιων των ζώων.

Σε περιόδους πολύ υψηλών θερμοκρασιών, τα ζώα τρώνε λιγότερο και καταπονούνται περισσότερο, με συνέπεια να μειώνεται η παραγωγή γάλακτος.

Την ίδια στιγμή, η ξηρασία περιορίζει την ανάπτυξη των βοσκοτόπων και επομένως τις ποσότητες χόρτου που μπορούν να αποθηκεύσουν οι παραγωγοί για τους χειμερινούς μήνες.

Στη Βρετανία, η ανάπτυξη των βοσκοτόπων έχει υποχωρήσει περίπου στο μισό του φυσιολογικού επιπέδου για την εποχή, ενώ η παραγωγή γάλακτος εμφανίζεται ήδη μειωμένη κατά περίπου 1%.

Αυτό αναγκάζει ορισμένους κτηνοτρόφους είτε να αρχίσουν να χρησιμοποιούν νωρίτερα τα αποθέματα που προορίζονταν για τον χειμώνα είτε να στραφούν στην αγορά πρόσθετων ζωοτροφών.

Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι υψηλότερο κόστος παραγωγής, το οποίο μπορεί να εξακολουθήσει να επηρεάζει την αγορά ακόμη και όταν περάσει ο καύσωνας.

Από το χωράφι στο ράφι με καθυστέρηση

Αυτή ακριβώς η χρονική υστέρηση κάνει δυσκολότερη την αποτίμηση των επιπτώσεων στις τιμές των τροφίμων.

Η ζημιά που προκαλείται σήμερα σε μια καλλιέργεια δεν εμφανίζεται απαραίτητα την επόμενη ημέρα στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Μπορεί να χρειαστούν εβδομάδες ή ακόμη και μήνες μέχρι η χαμηλότερη παραγωγή και το αυξημένο κόστος να περάσουν στα επόμενα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Παράλληλα, οι τελικές τιμές επηρεάζονται από πολλούς ακόμη παράγοντες: τα διεθνή αποθέματα, τις εισαγωγές, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, το ενεργειακό κόστος, τις μεταφορές και τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων.

Γι’ αυτό και μια κακή συγκομιδή δεν οδηγεί μηχανικά σε αντίστοιχη αύξηση των τιμών. Όταν, όμως, τα προβλήματα επαναλαμβάνονται σε πολλές χώρες και διαφορετικές καλλιέργειες ταυτόχρονα, τα περιθώρια απορρόφησης των κραδασμών περιορίζονται.

Γιατί οι σαλάτες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες

Στα προϊόντα που δυσκολεύονται περισσότερο να αντέξουν τις ακραίες θερμοκρασίες περιλαμβάνονται τα φυλλώδη λαχανικά.

Το μαρούλι, για παράδειγμα, αναπτύσσεται καλύτερα σε θερμοκρασίες κοντά στους 20 βαθμούς Κελσίου και αρχίζει να παρουσιάζει σημάδια καταπόνησης όταν ο υδράργυρος ξεπερνά τους 24 βαθμούς.

Σε θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών, η κατάσταση γίνεται πολύ πιο δύσκολη, καθώς σημαντικό μέρος της παραγωγής μπορεί να χάσει τα εμπορικά χαρακτηριστικά του και να μην καταλήξει ποτέ στην αγορά.

Ανάλογες πιέσεις αντιμετωπίζουν το σπανάκι και άλλα φυλλώδη λαχανικά, τα οποία μπορεί να σταματήσουν να αναπτύσσονται κανονικά σε συνθήκες παρατεταμένου καύσωνα.

Ακόμη και η καλλιέργεια σε θερμοκήπια δεν προσφέρει απόλυτη προστασία. Οι εξαιρετικά υψηλές εξωτερικές θερμοκρασίες δυσκολεύουν τον έλεγχο των συνθηκών στο εσωτερικό τους, ενώ αυξάνουν σημαντικά και τις ανάγκες για νερό.

Μικρότερα προϊόντα, χαμηλότερες αποδόσεις και περισσότερες απορρίψεις σημαίνουν τελικά λιγότερες εμπορεύσιμες ποσότητες.

Υπάρχουν και καλλιέργειες που ευνοούνται

Ο θερμότερος και ξηρότερος καιρός, πάντως, δεν έχει τις ίδιες συνέπειες για όλα τα αγροτικά προϊόντα.

Ορισμένα φρούτα μπορούν να ευνοηθούν, τουλάχιστον όσο υπάρχει επαρκής πρόσβαση σε νερό για άρδευση. Φράουλες, σμέουρα, κεράσια και δαμάσκηνα μπορούν να ωριμάσουν ταχύτερα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι μικρότεροι καρποί αποκτούν πιο συμπυκνωμένη και γλυκιά γεύση.

Θετικές επιδράσεις μπορούν να εμφανιστούν και στην αμπελουργία. Οι ξηρές συνθήκες περιορίζουν την ανάπτυξη ορισμένων ασθενειών και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας των σταφυλιών.

Υπάρχει, όμως, ένα σαφές όριο. Εάν η ανομβρία παραταθεί ή η πρόσβαση στο νερό περιοριστεί, ακόμη και οι καλλιέργειες που αρχικά επωφελούνται αρχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα. Ιδιαίτερα ευάλωτα είναι τα νεότερα φυτά και αμπέλια με πιο ρηχό ριζικό σύστημα.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η επανάληψη

Το σημαντικότερο ζήτημα για την ευρωπαϊκή γεωργία δεν είναι τελικά μία μεμονωμένη κακή χρονιά. Είναι η αυξανόμενη συχνότητα με την οποία καύσωνες, ξηρασίες και άλλες ακραίες συνθήκες επανεμφανίζονται.

Οι παραγωγοί καλούνται πλέον να επενδύουν περισσότερο σε άρδευση, αποθήκευση νερού, ανθεκτικότερες ποικιλίες, προστασία των ζώων από τη θερμική καταπόνηση και διαφορετικές καλλιεργητικές πρακτικές.

Όλα αυτά συνεπάγονται πρόσθετες επενδύσεις και υψηλότερο λειτουργικό κόστος.

Έτσι, η πραγματική απειλή για τις τιμές των τροφίμων δεν βρίσκεται μόνο στο εάν ένας καύσωνας θα μειώσει φέτος κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες την παραγωγή σιταριού ή καλαμποκιού. Βρίσκεται στο ενδεχόμενο οι ακραίες συνθήκες να εξελιχθούν σε μόνιμο παράγοντα κόστους για την παραγωγή τροφίμων.

Και όσο ακριβότερη γίνεται η προσαρμογή της γεωργίας στις νέες συνθήκες, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα ένα μέρος του λογαριασμού να περάσει από το χωράφι στην εφοδιαστική αλυσίδα και, τελικά, στο καλάθι του καταναλωτή.

Διαβάστε ακόμη

ΔΕΘ: Η εξαγγελία που κρατά «κλειδωμένη» το Μαξίμου και αφορά πολύ κόσμο – Πάνω από €2,5 δισ. το πακέτο

«Σπίτι μου 3»: Το νέο σχέδιο για φθηνά στεγαστικά που πάει στη ΔΕΘ

Κτηματολόγιο: Ψηφιακό «ξεμπλοκάρισμα» για ακίνητα με λάθη στον χάρτη

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version