Οι αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές φέρνουν ξανά στο προσκήνιο ένα παλιό, αλλά κρίσιμο ερώτημα για τους ελεύθερους επαγγελματίες: τι αξίζει τελικά περισσότερο, μια υψηλότερη σύνταξη στο τέλος του δρόμου ή καλύτερη «ανταπόδοση» των χρημάτων που καταβάλλονται κάθε μήνα; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη, γιατί το ασφαλιστικό σύστημα λειτουργεί με δύο διαφορετικά –και συχνά αντικρουόμενα– μέτρα.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα απόλυτα ποσά σύνταξης. Εκεί, ευνοούνται όσοι επιλέγουν υψηλές ασφαλιστικές κατηγορίες και πληρώνουν μεγαλύτερες εισφορές. Από την άλλη, υπάρχει το ποσοστό αναπλήρωσης, δηλαδή το ποσοστό των εισφορών που επιστρέφεται μέσω της σύνταξης. Σε αυτό το πεδίο, οι χαμηλές κατηγορίες αποδεικνύονται πιο αποδοτικές.
Μετά την αύξηση κατά 2,5% που εφαρμόζεται από το 2026, οι συνολικές μηνιαίες εισφορές προς τον ΕΦΚΑ ανεβαίνουν σε όλες τις κατηγορίες, από την 1η έως και την 6η, ενώ αυξημένη είναι και η εισφορά για τους νέους επαγγελματίες της πρώτης πενταετίας.
Υψηλές εισφορές, υψηλότερη σύνταξη
Η ανάλυση δείχνει ότι όσοι καταβάλλουν εισφορές στις ανώτερες κατηγορίες εξασφαλίζουν σαφώς μεγαλύτερα ποσά σύνταξης. Ακόμη και με 30 χρόνια ασφάλισης, οι απολαβές τους μπορούν να ξεπεράσουν τα 1.000 ευρώ, ενώ με 40 χρόνια οι διαφορές γίνονται εντυπωσιακές.
Αντίθετα, στις χαμηλότερες κατηγορίες, ακόμη και με πλήρη 40ετία, η σύνταξη δύσκολα περνά το όριο των 1.000 ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε μόνιμα χαμηλότερο εισόδημα στα χρόνια της αποχώρησης από την εργασία.
Χαμηλές εισφορές, καλύτερη ανταπόδοση
Η εικόνα αντιστρέφεται, όμως, όταν εξεταστεί το ποσοστό αναπλήρωσης. Εδώ, οι ασφαλισμένοι της 1ης και 2ης κατηγορίας εμφανίζονται κερδισμένοι. Με 40 χρόνια ασφάλισης, η σύνταξη μπορεί να επιστρέφει σχεδόν το 70% των εισφορών τους, ποσοστό που μειώνεται όσο λιγότερα είναι τα έτη ασφάλισης, αλλά παραμένει υψηλότερο σε σχέση με τις ανώτερες κατηγορίες.
Στις υψηλές κατηγορίες, παρά το μεγαλύτερο ποσό σύνταξης, η ανταπόδοση είναι χαμηλότερη. Για παράδειγμα, ασφαλισμένος της 6ης κατηγορίας με 40 χρόνια εργασίας λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερη σύνταξη σε ευρώ, όμως το ποσοστό αναπλήρωσης υπολείπεται σημαντικά εκείνου της 1ης κατηγορίας.
Πώς προκύπτουν τα ποσοστά αναπλήρωσης
Η σύγκριση βασίζεται στη μετατροπή των συνολικών εισφορών κάθε κατηγορίας σε αντίστοιχο «συντάξιμο μισθό». Στη συνέχεια, η σύνταξη που προκύπτει συγκρίνεται ως ποσοστό αυτού του μισθού. Έτσι προκύπτει το πραγματικό μέτρο ανταπόδοσης των εισφορών.
Στην πράξη, το σύστημα δείχνει να επιβραβεύει τη χαμηλή εισφορά με καλύτερη αναλογία επιστροφής χρημάτων, αλλά να ανταμείβει την υψηλή εισφορά μόνο σε απόλυτο ποσό σύνταξης.
Στην πράξη, η μεγάλη πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών επιλέγει τις δύο χαμηλότερες κατηγορίες. Οκτώ στους δέκα ασφαλίζονται εκεί, αποδεχόμενοι ουσιαστικά μια χαμηλή σύνταξη στο μέλλον. Μόλις δύο στους δέκα επιλέγουν υψηλότερες κατηγορίες, παρά το γεγονός ότι αυτές οδηγούν σε σαφώς καλύτερες απολαβές μετά τη συνταξιοδότηση.
Η επιλογή χαμηλών εισφορών, λοιπόν, δεν είναι απλώς θέμα τρέχουσας οικονομικής επιβίωσης, αλλά μια συνειδητή απόφαση με μόνιμες συνέπειες για το επίπεδο ζωής στα χρόνια της σύνταξης.
Αν το σύστημα θέλει να κατευθύνει περισσότερους επαγγελματίες προς τις υψηλές κατηγορίες, θα χρειαστεί αλλαγή φιλοσοφίας στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Χωρίς ουσιαστική προσαύξηση για τις υψηλότερες εισφορές, το κίνητρο παραμένει ασθενές και το δίλημμα θα συνεχίσει να γέρνει υπέρ της φθηνής ασφάλισης.
Διαβάστε ακόμη
Νέο ψηφιακό υπερόπλο με real time ελέγχους από την Eφορία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.