Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει μία από τις υψηλότερες αναλογίες γιατρών και δικηγόρων ανά κάτοικο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που η αγορά εργασίας αντιμετωπίζει ολοένα μεγαλύτερη έλλειψη τεχνικών επαγγελμάτων.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, στη χώρα αντιστοιχούν 660,6 γιατροί ανά 100.000 κατοίκους, επίδοση που αποτελεί την υψηλότερη στην Ε.Ε., ενώ ιδιαίτερα υψηλή είναι και η αναλογία των δικηγόρων, που φτάνει τους 385 ανά 100.000 κατοίκους, κατατάσσοντας την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης.
Την ίδια στιγμή, όμως, η καθημερινότητα των πολιτών αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα. Για ένα απλό service αυτοκινήτου απαιτείται συχνά αναμονή δύο ή και τριών εβδομάδων, ενώ η εύρεση ψυκτικού για εγκατάσταση ή συντήρηση κλιματιστικού έχει εξελιχθεί σε δύσκολη υπόθεση, ειδικά κατά τους θερινούς μήνες. Η ανισορροπία ανάμεσα στους επιστήμονες και στους τεχνίτες δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια επιτείνεται, καθώς η γήρανση του εργατικού δυναμικού, οι μαζικές συνταξιοδοτήσεις και η περιορισμένη διάθεση των νεότερων να συνεχίσουν οικογενειακές τεχνικές επιχειρήσεις δημιουργούν ένα ολοένα μεγαλύτερο κενό. Το αποτέλεσμα είναι πολλές επιχειρήσεις να δυσκολεύονται πλέον να διασφαλίσουν ακόμη και τη συνέχεια της λειτουργίας τους.
Τα συμπεράσματα έρευνας της KPMG για λογαριασμό του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας (ΒΕΑ) επιβεβαιώνουν τη σοβαρότητα του προβλήματος. Το 74% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κυρίως όσων δραστηριοποιούνται σε τεχνικά επαγγέλματα, δηλώνει ότι αδυνατεί να βρει κατάλληλο προσωπικό. Παράλληλα, σχεδόν οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις επισημαίνουν ότι η έλλειψη εργαζομένων περιορίζει την παραγωγική τους δυναμικότητα και ανακόπτει τις προοπτικές ανάπτυξης, ενώ περισσότερες από έξι στις δέκα αναφέρουν ότι αναγκάστηκαν να περιορίσουν είτε την παραγωγή είτε το ωράριο λειτουργίας τους λόγω των κενών σε ανθρώπινο δυναμικό.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα σε ορισμένους παραδοσιακούς αλλά απολύτως απαραίτητους κλάδους της οικονομίας. Το 92% των επιχειρήσεων στον κλάδο των συνεργείων αυτοκινήτων δηλώνει ότι δυσκολεύεται να εντοπίσει εξειδικευμένους τεχνίτες. Ως βασικές αιτίες αναφέρονται η περιορισμένη διαθεσιμότητα εργαζομένων στην αγορά (53%) και η έλλειψη κατάλληλης κατάρτισης (27%). Αντίστοιχα, το 97% των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα πλαστικά, τα καλούπια και τα μηχανουργεία αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην αναζήτηση εξειδικευμένων τεχνικών, με το 58% να χαρακτηρίζει το πρόβλημα ιδιαίτερα έντονο. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζει και η κλωστοϋφαντουργία, όπου οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δυσκολεύονται σημαντικά να στελεχώσουν τις μονάδες τους με προσωπικό που διαθέτει τις απαιτούμενες τεχνικές δεξιότητες.
Η έρευνα κάλυψε συνολικά εννέα παραγωγικούς κλάδους, μεταξύ των οποίων η αρτοποιία-ζαχαροπλαστική, οι κατασκευές, οι αλουμινοκατασκευές, οι γραφικές τέχνες, τα τρόφιμα και ποτά, η αργυροχρυσοχοΐα και άλλες βιοτεχνικές δραστηριότητες. Οι επιχειρηματίες αποδίδουν την έλλειψη προσωπικού κυρίως στη χαμηλή διαθεσιμότητα εργαζομένων (51%), στην απουσία επαρκούς εξειδίκευσης (30%), στις χαμηλές αμοιβές (15%) και, σε μικρότερο βαθμό, στις συνθήκες εργασίας (4%).
«Χρειάζεται να αλλάξει η αντίληψη γύρω από τα τεχνικά επαγγέλματα. Δεν αποτελούν λύση ανάγκης, αλλά μια συνειδητή επαγγελματική επιλογή με προοπτικές», υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, κατά την παρουσίαση της έρευνας. Όπως σημείωσε, απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση της τεχνικής εκπαίδευσης μέσω της αναβάθμισης των ΕΠΑΛ και της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ).
Παράλληλα, επισήμανε ότι η περιορισμένη αδειοδότηση τεχνικών επαγγελμάτων λειτουργεί αποτρεπτικά για την αναβάθμιση του κλάδου. Σήμερα στην Ελλάδα μόνο πέντε βιοτεχνικά και χειροτεχνικά επαγγέλματα –ηλεκτρολόγοι, ψυκτικοί, εγκαταστάτες ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας, μηχανικοί αυτοκινήτων και χειριστές κλαρκ– απαιτούν υποχρεωτική άδεια άσκησης, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπονται προδιαγραφές αδειοδότησης για περίπου 120 επαγγέλματα. Για τον λόγο αυτό, τα τρία βιοτεχνικά επιμελητήρια της Αθήνας, του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη ΓΣΕΒΕΕ, έχουν εκπονήσει πρόταση νόμου που προβλέπει την αδειοδότηση 30 τεχνικών επαγγελμάτων σε πρώτη φάση και την επέκταση του πλαισίου σε περίπου 100 επαγγέλματα σε μεταγενέστερο στάδιο.
Πέρα από την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, η έρευνα καταγράφει και τις υπόλοιπες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, παρά τη βελτίωση των βασικών οικονομικών δεικτών τα τελευταία χρόνια. Αν και οι ΜΜΕ αντιπροσωπεύουν το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας, η παραγωγικότητά τους παραμένει δύο έως τρεις φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, λιγότερες από τις μισές αξιοποιούν βασικά ψηφιακά εργαλεία, ενώ περιορισμένη εξακολουθεί να είναι και η εξαγωγική τους δραστηριότητα. Ενδεικτικά, μόλις το 11% των συνολικών πωλήσεών τους προέρχεται από εξαγωγές, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 18%.
Σημαντική επιβάρυνση στη λειτουργία των επιχειρήσεων έχουν προκαλέσει και οι διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών. Το 71% των επιχειρηματιών θεωρεί ότι η μεγαλύτερη πίεση στο λειτουργικό κόστος προέρχεται από τη συνεχή αύξηση των τιμών των πρώτων υλών. Παράλληλα, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να αποτελεί τροχοπέδη, παρά την ψηφιοποίηση πολλών διαδικασιών. Μόλις το 13% των επιχειρήσεων αξιολογεί τις ψηφιακές πλατφόρμες του Δημοσίου ως ιδιαίτερα λειτουργικές, ενώ το 34% δηλώνει ότι αφιερώνει περισσότερες από δέκα ώρες κάθε μήνα για την κάλυψη γραφειοκρατικών υποχρεώσεων, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά την καθημερινή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Διαβάστε ακόμη
Η αγορά του νερού αλλάζει πίστα – Η Veolia, η Suez και οι μεγάλοι ελληνικοί όμιλοι υποδομών
Υπεράκτια αιολικά: Δεσμεύεται ηλεκτρικός χώρος για έργα 2,35 GW
Οι λογογράφοι: Οι άνθρωποι πίσω από τις ομιλίες των πολιτικών
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
