search icon

Εργασιακά

Ευρώπη: Ποια χώρα βάζει στο τραπέζι τη σύνταξη στα 70 και αλλάζει τα δεδομένα στο Ασφαλιστικό

Η Γερμανία εξετάζει σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης έως τα 70 έτη, καθώς η γήρανση του πληθυσμού και οι αυξανόμενες δαπάνες πιέζουν τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

123RF

Η γερμανική κυβέρνηση ανοίγει τη συζήτηση για μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών, εξετάζοντας τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης έως και τα 70 έτη.

Η πρόταση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο μεταρρυθμίσεων που αποσκοπεί στη διατήρηση της βιωσιμότητας του δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος απέναντι στις αυξανόμενες δημογραφικές και δημοσιονομικές πιέσεις.

Οι εισηγήσεις προέρχονται από ειδική κυβερνητική επιτροπή, η οποία παρουσίασε συνολικά 33 προτάσεις για το μέλλον του ασφαλιστικού. Μεταξύ των βασικών παρεμβάσεων περιλαμβάνονται η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής, ο περιορισμός ορισμένων μορφών πρόωρης συνταξιοδότησης, καθώς και η δημιουργία κρατικού επενδυτικού ταμείου, στα πρότυπα του αντίστοιχου μοντέλου που εφαρμόζει η Σουηδία.

Υπενθυμίζεται ότι η Γερμανία εφαρμόζει ήδη σταδιακή αύξηση του γενικού ορίου συνταξιοδότησης στα 67 έτη, διαδικασία που αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές της δεκαετίας του 2030. Ωστόσο, σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, το συγκεκριμένο όριο δεν επαρκεί για να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές προκλήσεις.

Το μοντέλο που προτείνεται προβλέπει ότι για κάθε επιπλέον έτος αύξησης του προσδόκιμου ζωής, οι εργαζόμενοι θα παραμένουν στην αγορά εργασίας για ακόμη οκτώ μήνες, ενώ θα απολαμβάνουν τη σύνταξή τους για τέσσερις επιπλέον μήνες.

Εφόσον οι σημερινές δημογραφικές προβλέψεις επιβεβαιωθούν, το όριο συνταξιοδότησης θα μπορούσε να ανέλθει στα 67,5 χρόνια το 2041, να φτάσει τα 68 το 2051 και σταδιακά να προσεγγίσει τα 70 έτη έως το τέλος του αιώνα.

Η βασική αιτία που οδηγεί στη συζήτηση για νέες παρεμβάσεις είναι η ταχεία γήρανση του πληθυσμού. Η γενιά των baby boomers αποχωρεί πλέον μαζικά από την αγορά εργασίας, ενώ οι νεότερες ηλικιακές ομάδες δεν επαρκούν αριθμητικά ώστε να στηρίξουν το συνταξιοδοτικό σύστημα μέσω των ασφαλιστικών εισφορών τους.

Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται στη Γερμανία, αλλά χαρακτηρίζει σχεδόν όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Τα αριθμητικά δεδομένα αποτυπώνουν ξεκάθαρα την εξέλιξη του προβλήματος. Το 1992 αντιστοιχούσαν περίπου 2,7 εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο. Το 2022 η αναλογία είχε περιοριστεί στους δύο εργαζόμενους, ενώ έως το 2030 εκτιμάται ότι θα μειωθεί περαιτέρω στο 1,5 προς έναν. Με άλλα λόγια, ολοένα και λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτούν ολοένα περισσότερους συνταξιούχους.

Παράλληλα με τη δημογραφική επιδείνωση, αυξάνεται και το κόστος του ασφαλιστικού συστήματος. Οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αντιστοιχούν σήμερα περίπου στο 9% του γερμανικού ΑΕΠ, όμως χωρίς πρόσθετες μεταρρυθμίσεις εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το 14% μέσα στην επόμενη δεκαετία, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά.

Για τον λόγο αυτό, η επιτροπή εισηγείται και τη δημιουργία ενός νέου κεφαλαιοποιητικού πυλώνα. Μέρος των ασφαλιστικών εισφορών θα επενδύεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές μέσω κρατικού επενδυτικού ταμείου, με στόχο τη δημιουργία πρόσθετων αποθεματικών που θα ενισχύσουν τις μελλοντικές συντάξεις και θα περιορίσουν την εξάρτηση από το αποκλειστικά διανεμητικό μοντέλο.

Παράλληλα εξετάζεται και η διεύρυνση της ασφαλιστικής βάσης. Στις προτάσεις περιλαμβάνεται για πρώτη φορά η υποχρεωτική ένταξη των αυτοαπασχολούμενων και ορισμένων επαγγελματικών κατηγοριών που σήμερα παραμένουν εκτός του δημόσιου ασφαλιστικού συστήματος.

Οι προτεινόμενες αλλαγές έχουν ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη Γερμανία. Ιδιαίτερα ευαίσθητο θεωρείται το ενδεχόμενο κατάργησης της δυνατότητας πρόωρης συνταξιοδότησης μετά από 45 χρόνια εργασίας, καθώς αφορά εκατομμύρια εργαζόμενους που είχαν σχεδιάσει την αποχώρησή τους με βάση το σημερινό καθεστώς.

Οι εξελίξεις, ωστόσο, υπερβαίνουν τα γερμανικά σύνορα. Ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γερμανία λειτουργεί συχνά ως σημείο αναφοράς για τις μεταρρυθμίσεις που ακολουθούν και άλλα κράτη-μέλη.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία, όπου η δημογραφική γήρανση είναι εξίσου έντονη και τα δημόσια οικονομικά αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Αν ακόμη και η ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης θεωρεί ότι η σταδιακή μεταφορά του ορίου συνταξιοδότησης προς τα 70 χρόνια αποτελεί αναγκαία επιλογή, τότε είναι εύλογο να τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορέσουν να αποφύγουν αντίστοιχες αποφάσεις στο μέλλον.

Η συζήτηση για το ασφαλιστικό έχει πλέον μεταφερθεί από το μακρινό μέλλον στις επόμενες δεκαετίες. Με περισσότερους ηλικιωμένους, λιγότερους εργαζόμενους και αυξανόμενη πίεση στα δημόσια οικονομικά, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες καλούνται να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα, με τη Γερμανία να επιχειρεί να ανοίξει πρώτη τον δρόμο των δύσκολων μεταρρυθμίσεων.

Διαβάστε ακόμη

Το μεγάλο deal AKTOR – Motor Oil: ΗΛΕΚΤΩΡ, Θαλής και FSRU στο τραπέζι των συζητήσεων

Μουντιάλ 2026: Τα πιο ακριβά εισιτήρια στην ιστορία

Κικίλιας: Ναυτιλία, λιμάνια και ναυπηγεία θα διαμορφώσουν τις διεθνείς εξελίξεις των επόμενων 25 ετών

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

Exit mobile version